ΣΥΝΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΖΗΜΙΑΣ ΚΑΙ ΚΕΡΔΟΥΣ

(κέρδη από ενέργειες του ζημιωθέντος, κέρδη από οικειοθελείς παροχές τρίτων και κέρδη χωρίς την παρέμβαση του ζημιωθέντος ή τρίτων)

Εισαγωγή

Συχνά παρατηρείται το ίδιο το ζημιογόνο γεγονός να έχει και ορισμένες οικονομικές “ωφέλειες” για τον ζημιωθέντα. Το προκληθέν εκ του ζημιογόνου γεγονότος κέρδος του ζημιωθέντος μπορεί να συνίσταται σε απόκτηση κάποιων αξιώσεων κατά τρίτων που αν δεν είχε συμβεί το ζημιογόνο γεγονός δεν θα γεννιόντουσαν, στην είσπραξη κάποιων ποσών από τρίτους που έγινε μετά το ζημιογόνο γεγονός και λόγω αυτού, προκειμένου να αντιμετωπίσει ο ζημιωθείς ευκολότερα τις συνέπειές του, στην πρόωρη επαγωγή μιας κληρονομίας, σε ωφέλειες που προέκυψαν τελείως τυχαία,  ωφέλειες που απέκτησε ο ζημιωθείς λόγω μιας δικής του προσπάθειας και μέριμνας, για να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες που συνεπάγεται ένα ζημιογόνο γεγονός. Στις περιπτώσεις αυτές το ερώτημα που τίθεται είναι αν η ζημία που πρέπει να αποκατασταθεί θα μειωθεί κατά το ύψος της ωφέλειας που αποκόμισε ο ζημιωθείς, αν θα υπάρξει δηλαδή συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους ή όχι. Αυτός είναι και ο προβληματισμός με τον οποίο θα ασχοληθούμε στην παρούσα εργασία. Για την καλύτερη αντιμετώπιση και κατανόηση του υπό εξέταση θέματος, διακρίνουμε σε κατηγορίες κέρδους ανάλογα με το αν αυτό προκύπτει από ενέργειες του ίδιου του ζημιωθέντος, από οικειοθελείς παροχές τρίτων προς αυτόν καθώς και χωρίς την παρέμβαση του ζημιωθέντος ή τρίτου.

Ανάπτυξη της προβληματικής

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση και σχολιασμό βασικών αποφάσεων σχετικών με τον συνυπολογισμό ζημίας και κέρδους, χρήσιμο κατά τη γνώμη μου θα ήταν να διερευνηθεί ποιος είναι ο σκοπός του συνυπολογισμού, ποια είναι τα κριτήρια συνυπολογισμού που προτείνει η θεωρία καθώς και αν υπάρχει νομοθετικό έρεισμα .

Ο συνυπολογισμός λοιπόν ζημίας και κέρδους συνιστά μια εκδήλωση του σωστού τρόπου αποτίμησης της περιουσιακής ζημίας η οποία θα αποκατασταθεί. Ο σκοπός της αποζημίωσης, όπως γνωρίζουμε,  είναι η αποκατάσταση της  ζημίας του ζημιωθέντος και όχι ο πλουτισμός του. Ο νομοθέτης αποβλέπει πρωτίστως στην προστασία του ζημιωθέντος με την παροχή προς αυτόν ενός αντισταθμίσματος ικανού να αποκαταστήσει πλήρως την προκληθείσα ζημία. Μέσω της αποζημίωσης, ο ζημιωθείς πρέπει να περιέλθει στην οικονομική θέση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο περιστατικό. Σε περίπτωση λοιπόν που δεν αφαιρούσαμε από τη ζημία που υπέστη ο ζημιωθείς το τυχόν κέρδος που αποκόμισε από το ζημιογόνο περιστατικό,  θα έπαιρνε σωρευτικά πλήρη αποζημίωση, ενώ θα κρατούσε και το κέρδος, με αποτέλεσμα να πλουτίσει, αφού η συνολική περιουσιακή του κατάσταση θα ήταν τελικά καλύτερη σε σύγκριση με εκείνη στην οποία θα βρισκόταν χωρίς το ζημιογόνο γεγονός. Ο ζημιωθείς πρέπει να λάβει μόνο ό,τι απαιτείται για την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας του και τίποτε περισσότερο και από την άλλη μεριά, ο ζημιώσας πρέπει κι αυτός να καταβάλλει μόνο ό,τι απαιτείται για την επίτευξη αυτής της αποκατάστασης. Με τον τρόπο αυτό θα επιτευχθεί η εξισορρόπηση των συμφερόντων του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, χωρίς να οδηγηθούμε σε άδικα αποτελέσματα που δεν συνάδουν με τους σκοπούς της ευθύνης προς αποζημίωση 1 . Τελικά η πραγματική ζημία του ζημιωθέντος θα είναι η καθολική περιουσιακή του ζημία μειωμένη κατά το ποσό του κέρδους.  Έτσι λοιπόν, σκοπός του συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους αποτελεί η ματαίωση του πλουτισμού του ζημιωθέντος.

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, ο συνυπολογισμός  ζημίας και κέρδους, συνάγεται από την ίδια την έννοια της ζημίας, με βάση της θεωρία της διαφοράς (σύγκριση της τωρινής περιουσιακής κατάστασης που διαμορφώνεται μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το ζημιογόνο γεγονός) και από την αρχή της απαγόρευσης πλουτισμού του ζημιωθέντος, με τη χορήγηση σε αυτόν αποζημίωσης που υπερβαίνει τη πραγματική ζημία του.

Η θεωρία όμως της διαφοράς δεν μας βοηθάει να διακρίνουμε ποια κέρδη θα συνυπολογιστούν και ποια όχι, γιατί συγκρίνοντας την πραγματική κατάσταση μετά το ζημιογόνο γεγονός με την υποθετική κατάσταση που θα υπήρχε χωρίς αυτό, καταλαμβάνει όλα τα κέρδη που προέκυψαν από το ζημιογόνος γεγονός χωρίς διάκριση. Η συνεπής λοιπόν εφαρμογή τόσο της θεωρίας της διαφοράς όσο και της συνεχόμενης με αυτήν αρχής της απαγόρευσης του πλουτισμού, θα οδηγούσε σε συνυπολογισμό όλων των κερδών στη ζημία, μειώνοντας ή ακόμα και εξαλείφοντας την προς αποζημίωση ευθύνη του δράστη.

Έτσι λοιπόν ως κριτήριο για τον συνυπολογισμό, όπως θα δούμε και στην ανάπτυξη που ακολουθεί, έχει προταθεί από τη θεωρία και τη νομολογία η αιτιώδης συνάφεια, η πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια και η καλή πίστη.

Τέλος πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ρητή διάταξη που να ρυθμίζει συνολικά το θέμα δεν υπάρχει. Αντίθετα ο νομοθέτης του ΑΚ προχώρησε σε αποσπασματική νομοθετική ρύθμιση. Έτσι λοιπόν, το εάν και πότε θα γίνει συνυπολογισμός ή όχι, κρίνεται ανά περίπτωση από την επιστήμη και τη νομολογία.

Σύμφωνα με την κρατούσα στη θεωρία και νομολογία άποψη, ο συνυπολογισμός αποτελεί τον κανόνα και ο μη συνυπολογισμός την εξαίρεση, εξ' ου και η ειδική διάταξη του ΑΚ 930&3 η οποία ορίζει ότι ο υπόχρεος προς αποζημίωση δεν απαλλάσσεται εκ του γεγονότος ότι κάποιος τρίτος οφείλει είτε βάσει σύμβασης είτε βάσει διάταξης νόμου, μια παροχή προς τον ζημιωθέντα. Εκεί όμως εξαντλείται και το πεδίο εφαρμογής της. Για το παραπέρα ζήτημα, αν ο ζημιωθείς θα εισπράξει σωρευτικά και την αποζημίωση από τον ζημιώσαντα και την παροχή του τρίτου, η διάταξη αυτή από μόνη της δεν φαίνεται να δίνει απάντηση. Βεβαίως, αν δεν υφίστατο η 930&3, δεν θα υπήρχε ζημία αφού ο τρίτος υπόχρεος θα την κάλυπτε και άρα ο ζημιώσας θα απαλλαγόταν. Η ρύθμιση λοιπόν αυτή έγινε με σκοπό να αποτρέψει την απαλλαγή του ζημιώσαντος.