ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ

α) ύπαρξη βασικής σχέσης συνεργασίας μεταξύ τράπεζας και πελάτη, η οποία αποτελεί και το υπόβαθρο των ενοχικών αξιώσεων που απορρέουν από τον αλληλόχρεο λογαριασμό.
β) συμφωνία ότι οι απαιτήσεις και οι καταβολές των μερών από τη μεταξύ τους σχέση θα καταχωρούνται σε λογαριασμό, κατά τρόπο ώστε απαιτητό να είναι μόνο το τελικό κατάλοιπο.
γ) η εξίσωση των εκατέρωθεν απαιτήσεων και καταβολών μέχρι το ποσό που καλύπτονται γίνεται με προσθαφαιρέσεις, οι οποίες ισοδυναμούν με συμψηφισμό. Οι καταχωρούμενες στον λογαριασμό απαιτήσεις πρέπει να είναι δεκτικές συμψηφιστικής εκκαθάρισης όχι όμως και δεκτικές συμψηφισμού κατά ΑΚ 440. Οι εισαγόμενες πάντως στον λογαριασμό απαιτήσεις πρέπει να είναι βέβαιες και εκκαθαρισμένες, για αυτό δεν μπορούν να εισαχθούν σε αυτόν απαιτήσεις από εγγυητικές επιστολές πριν την κατάπτωσή τους.
δ) απαιτητό είναι μόνο το κατάλοιπο (όχι δηλαδή οι κατ ιδίαν απαιτήσεις που καταχωρίστηκαν στο λογαριασμό) που θα προκύψει υπέρ του ενός ή του άλλου μέρους. Επομένως πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν είναι γνωστό ποιος θα είναι ο δανειστής του καταλοίπου και ποιος ο οφειλέτης.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Ή ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΣΤΟΝ ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ

Α. Απώλεια αυτοτέλειας απαιτήσεων

  Αποτέλεσμα της εισόδου των εκατέρωθεν τυχόν απαιτήσεων και καταβολών στον λογαριασμό, κατά την κρατούσα στο ελληνικό δίκαιο άποψη, είναι ότι οι ως άνω απαιτήσεις δεν συμψηφίζονται ούτε ανανεώνονται αμέσως (δηλαδή δεν αποσβήνονται) αλλά καθίστανται απλά χρεοπιστωτικά κονδύλια και χάνουν έτσι τον διαθέσιμο και απαιτητό χαρακτήρα τους, δηλαδή την αυτοτέλειά τους, μη δυνάμενες εν πάση περιπτώσει ως εκ τούτου καθεαυτές, ούτε να εκχωρηθούν (ΑΚ 466), ούτε να κατασχεθούν, ούτε να επιδιωχθούν μεμονωμένα δικαστικά. Αποσβήνονται δε κατά τα τυχόν διαδοχικά ή περιοδικά κλεισίματα του λογαριασμού ελλείψει δε τούτων, κατά το οριστικό κλείσιμο.
Η παραγραφή της απαίτησης, υποστηρίζεται ότι αναστέλλεται, σύμφωνα με ΑΚ 255, που εφαρμόζεται αναλογικά.  Αποκλείεται ακόμα, η μεμονωμένη απόσβεση της απαίτησης, για οποιονδήποτε γενικό λόγο απόσβεσης των ενοχών. Η τυχόν δε γενόμενη καταβολή προς απόσβεση συγκεκριμένης απαίτησης δεν επιφέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά εγγράφεται και αυτή στο λογαριασμό, υποκείμενη στα αποτελέσματα της λειτουργίας του.
Οι απαιτήσεις που καταχωρίζονται στον αλληλόχρεο λογαριασμό εκκαθαρίζονται κατά τον χρόνο και στον τόπο ειδικότερης συμφωνίας των μερών. Η εκκαθάριση δε αυτή μπορεί να γίνεται περιοδικά ή διαδοχικά. Το κατάλοιπο που προκύπτει από την εκκαθάριση, κατά το περιοδικό και το διαδοχικό κλείσιμο του λογαριασμού, αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου ή μέχρι της εισόδου νέας απαίτησης ή καταβολής και τροποποιείται  συνεχώς με νέες περιοδικές ή διαδοχικές εκκαθαρίσεις μέχρι του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού. Το υπόλοιπο συνιστά ενιαία απαίτηση, στην οποία συγχωνεύονται όλες οι επιμέρους απαιτήσεις και οι καταβολές, στο μέτρο της ποσοτικής τους διαμόρφωσης από τις διενεργούμενες εκκαθαρίσεις. Η απαίτηση επί του υπολοίπου του λογαριασμού υπόκειται στη συνήθη παραγραφή, ανεξάρτητα από την τυχόν αναγνώριση τούτου εκ μέρους του οφειλέτη17.
Επιπλέον, η καταχώριση απαίτησης στον λογαριασμό δεν επιφέρει αλλοίωση στη νομική της υπόσταση αλλά όπως προκύπτει από τον σκοπό του αλληλόχρεου λογαριασμού, μόνη επερχόμενη συνέπεια είναι η αναστολή αυτοτελούς ενάσκησής της. Έτσι λοιπόν δεν μπορεί ο δανειστής να ασκήσει αγωγή για εκπλήρωση ληξιπρόθεσμης επιμέρους απαίτησης γιατί θα απορριφθεί ως απαράδεκτη ενώ ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος. Η μη απώλεια του νομικού τους χαρακτήρα έχει ως συνέπεια ότι αν μια από αυτές δεν έχει συνυπολογιστεί κατά την εξαγωγή του καταλοίπου από τον αλληλόχρεο λογαριασμό, μπορεί να απαιτηθεί χωριστά.
Η απώλεια της αυτοτέλειας επιτυγχάνεται με τον συμψηφισμό τους, με τον οποίο γίνεται απόσβεση της οφειλής. Το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι απαιτήσεις χάνουν την αυτοτέλειά τους είναι αυτό της καταχώρισής τους στον αλληλόχρεο λογαριασμό. Το αν ο συμψηφισμός θα γίνει αυτόματα με την είσοδο της απαίτησης στον λογαριασμό ή περιοδικά είναι θέμα συμφωνίας των μερών.
Η απώλεια της αυτοτέλειας συνάγεται και από αρ 669 ΕΝ σύμφωνα με το οποίο “ δύνανται να διεκδικηθώσιν ενόσω υπάρχουσι αναλλοίωτα, καθόλου ή εν μέρει, εμπορεύματα, άτινα παρεδόθησαν προς τον πτωχεύσαντα λόγω παρακαταθήκης ή δια να πωληθώσι δια λογαριασμόν του αποστολέως. Εν τη τελευταία περιπτώσει δύναται να γίνει διεκδίκησις και του τιμήματος των ειρημένων εμπορευμάτων ή μέρους αυτού, αν εισέτι δεν επληρώθη δια χρημάτων ή άλλως, ή δεν κατεχωρήθη εις τον μεταξύ του πτωχεύσαντος και του αγοραστού αλληλόχρεον λογαριασμόν, ή δεν συνεψηφίσθη μεταξύ αυτών”.
Σύμφωνα με την μη κρατούσα άποψη, αποτέλεσμα αυτής της σύμβασης και της εισόδου των εκατέρωθεν τυχόν απαιτήσεων ή/και καταβολών στον λογαριασμό, είναι ότι οι αρχικές απαιτήσεις και εν γένει παροχές, μέσω του συμψηφισμού και ανανέωσης, συγχωνεύονται και αποσβήνονται αμέσως, δημιουργώντας και αντικαθιστάμενες από μία νέα ενιαία απαίτηση, εκείνη του προσωρινού καταλοίπου ή υπολοίπου, στο οποίο βεβαίως καταλογίζονται μειώνοντάς το και οι τυχόν ως παροχές διενεργούμενες εξοφλητικές καταβολές. Και είναι το εκάστοτε αυτό κατάλοιπο- και όχι οι κατ ιδίαν απαιτήσεις όπως υποστηρίζει η κρατούσα άποψη, το οποίο συμφωνείται δυνάμει της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού ως μη διαθέσιμο και απαιτητό ως το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού18

Β. Έλλειψη δυνατότητας επιδίωξης ικανοποίησης απαιτήσεων

Αποτέλεσμα της απώλειας αυτοτέλειας των απαιτήσεων είναι ότι ο δικαιούχος της απαίτησης δεν μπορεί να επιδιώξει πλέον αυτοτελώς την ικανοποίησή της, ούτε να την μεταβιβάσει περαιτέρω. Δεν μπορεί δηλαδή να την εκχωρήσει ή να την ενεχυράσει. Δεν μπορεί επίσης να χρησιμεύσει σε συμψηφισμό εκτός λογαριασμού ή να γίνει αυτοτελές αντικείμενο κατάσχεσης20.  Η απαίτηση λοιπόν αφού δεν είναι πλέον αγώγιμη, τυχόν καταψηφιστική αγωγή περί αυτής θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατόπιν ενστάσεως του εναγομένου.

ΕΓΓΥΗΣΗ

α) Ευθύνη του εγγυητή
Σύμφωνα με την ΑΚ 851 ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του οφειλέτη.
Η δημιουργία, το περιεχόμενο και η απόσβεση της εγγύησης εξαρτάται από την κύρια οφειλή, είναι δηλαδή παρεπόμενη σύμβαση , συνεπώς ο εγγυητής δεν μπορεί να βρίσκεται σε επαχθέστερη θέση από τον πρωτοφειλέτη, δηλαδή να ευθύνεται για ποσό μεγαλύτερο από ότι ο τελευταίος. Αντίθετα τυχόν συμφωνία για περιορισμό της ευθύνης του εγγυητή είναι έγκυρη.
Η ασφάλεια η οποία παρέχεται για το κατάλοιπο το οποίο πρόκειται να προκύψει μετά το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού αφορά μόνο το ποσό αυτό και δεν επηρεάζεται από το ύψος του κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του. Κατά τη νομολογία31 τα ανωτέρω ισχύουν ακόμα και στην περίπτωση που η εγγύηση παρεσχέθη κατά τη διάρκεια και όχι πριν από την έναρξη λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού, οπότε ο εγγυητής είχε γνώση του υφισταμένου κατά τη χρονική στιγμή της σύμβασης εγγύησης υπολοίπου. Επομένως η ασφάλεια δεν αποσβέννυται ακόμα και αν κάποια από τα υπόλοιπα κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού ήταν μηδενικά.

β) ευθύνη σε περίπτωση αύξησης του ποσού της εγγύησης

Στη νομολογία παλαιότερα ανέκυψε το εξής θέμα: Τράπεζα συνήψε με εταιρία σύμβαση ανοίγματος πίστωσης σε αλληλόχρεο λογαριασμό, μέχρι του ποσού των 68.000δρχ, το οποίο με νεώτερη σύμβαση αυξήθηκε σε 80.000 δρχ, για το δε κατάλοιπο μετά το κλείσιμο του λογαριασμού εγγυήθηκαν εγγράφως τρίτα πρόσωπα, μέχρι όμως το ορισθέν με την τροποποίηση της σύμβασης ποσό. Ακλούθησαν και άλλες τροποποιητικές συμβάσεις, οι οποίες αύξησαν το ποσό της πίστωσης μέχρι το 1.100.000 δρχ, χωρίς όμως και να συμπράξουν οι εγγυητές. Ο λογαριασμός έκλεισε μετά από καταγγελία της τράπεζας με κατάλοιπο 119.724 δρχ, δηλαδή με κατάλοιπο μεγαλύτερο εκείνου για το οποίο είχαν δοθεί οι εγγυήσεις κατά την πρώτη τροποποίηση της σύμβασης, ωστόσο όμως καλυπτόμενο από τις λοιπές τροποποιητικές. Έτσι η τράπεζα απαίτησε με αγωγή την καταβολή του υπολοίπου από τους εγγυητές. Τόσο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο δέχτηκαν ότι η εγγύηση κάλυπτε ολόκληρο το κατάλοιπο από το λογαριασμό.
Η κριτική που δέχτηκε η συγκεκριμένη απόφαση βασίζεται στη σκέψη ότι η ευθύνη του εγγυητή δεν θα έπρεπε να επαυξάνεται με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ πρωτοφειλέτη δανειστή στην κατάρτιση της οποίας ο εγγυητής δεν θα είχε συμπράξει. Αντιθέτως η ευθύνη του εγγυητή θα πρέπει να μειώνεται σε περίπτωση που με μεταγενέστερη συμφωνία πρωτοφειλέτη και δανειστή μειώνεται το ποσό της εγγύησης.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το σχόλιο του Σπυριδάκη στη συγκεκριμένη απόφαση, καλό είναι να γίνει διάκριση μεταξύ μεταβολών οι οποίες περιορίζουν την έκταση της κύριας οφειλής και μεταβολών οι οποίες αυξάνουν αυτή.
Σύμφωνα με την αρχή του παρεπόμενου και οι μεταβολές της δεύτερης κατηγορίας θα έπρεπε να επηρεάζουν την θέση του εγγυητή. Η λύση αυτή όμως προδήλως εκθέτει σε μεγάλους κινδύνους τον εγγυητή, εγκαταλείποντας αυτόν στην αυθαιρεσία του πρωτοφειλέτη και του δανειστή. Είναι επομένως επιβεβλημένη η διάσπαση της αρχής του παρεπόμενου: η εγγύηση πρέπει να καλύπτει την κύρια οφειλή όχι κατά την εκ δικαιοπρακτικής μεταβολής προελθούσα επαχθέστερη έκταση αυτής, αλλά κατά την αρχική, δηλαδή κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης υφιστάμενη. Η λύση αυτή στηρίζεται στα άρθρα του ΑΚ 851, 852 και 853. Θα μπορούσε να στηριχθεί και σε αναλογική εφαρμογή του ΑΚ 1218&2 ή στην ακόλουθη σκέψη: η ευθύνη του εγγυητή απορρέει από την σύμβαση της εγγύησης, δηλαδή από τη βούληση του εγγυητή. Εφόσον από την βούληση του εγγυητή δεν προκύπτει κάτι άλλο, η εγγύηση καλύπτει την κύρια οφειλή όπως αυτή υφίστατο κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης. Επίταση ευθύνης εγγυητού, άνευ συγκατάθεσής του δεν είναι δυνατή αφού δεν στηρίζεται στη βούληση του. Μείωση της ευθύνης του, άνευ συναινέσεως αυτού, είναι δυνατή αφού στην αρχική βούληση αυτού για ανάληψη ευθύνης περιέχεται αναμφίβολα και βούληση προς ανάληψη ελάσσονος ευθύνης32.
Κατά την πρόσφατη τώρα νομολογία33, ο εγγυητής ευθύνεται για την αναγνώριση του καταλοίπου μέχρι το συμφωνηθέν ανώτατο όριο ευθύνης του το οποίο έχει συνομολογηθεί στη σύμβαση εγγύησης, καθώς και για πρόσθετα σύμφωνα μεταξύ δανειστή και πρωτοφειλέτη ,μέχρι όμως του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε και υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει συμβατικός αποκλεισμός της ευθύνης του από την αναγνώριση.

γ) Η διατήρηση της εγγυητικής ευθύνης στην περίπτωση τροποποίησης της σύμβασης πίστωσης σε αλληλόχρεο λογαριασμό χωρίς σύμπραξη του εγγυητή.

Σύμφωνα με τη βασική διάταξη για τη σύμβαση εγγύησης του ΑΚ 849, που ορίζει ότι “η εγγύηση είναι άκυρη αν δεν δηλωθεί εγγράφως” και τα αρ. 851 και 1218&2 ΑΚ- που το τελευταίο από αυτά ορίζει ότι “αν το ενέχυρο έχει συσταθεί για εξασφάλιση ξένης οφειλής, δικαιοπραξία οφειλέτη και δανειστή που γίνεται μετά την ενεχύραση, δεν μπορεί να καταστήσει επαχθέστερη τη θέση του ενεχυραστή”- εξάγεται γενικότερη αρχή, ισχύουσα σε σύσταση κάθε είδους και μορφής ασφάλειας, είτε προσωπικής είτε εμπράγματης (όταν η τρίτη παρέχεται από τρίτο υπέρ του οφειλέτη), με βάση την οποία, συμφωνία ανάμεσα στον οφειλέτη και στο δανειστή, που καθιστά δυσμενέστερη τη θέση του πρώτου δεν δεσμεύει τον ασφαλειοδότη.
Τη νομολογία είχε απασχολήσει η ακόλουθη υπόθεση: η ανάληψη εκ μέρους του Ι.Σ υποχρέωσης για εγγύηση των προς την πιστώτρια τράπεζα οφειλών της πιστούχου εταιρίας, πραγματοποιήθηκε μεν εγγράφως, εντούτοις μετά την εκ μέρους του υπογραφή, η πιστώτρια τράπεζα προέβη σε σύναψη με την πρωτοφειλέτρια εταιρία ερήμην του, ιδιωτικής σύμβασης με την οποία όχι μόνο διαφοροποίησε επί τα χείρω για την πιστούχο εταιρία τους όρους της αρχικής σύμβασης, αλλά προσέτι, ρητά αυτοί όρισαν ότι η ως άνω σύμβαση πίστωσης, όπως αυξήθηκε στη συνέχεια “θα λειτουργεί του λοιπού με τους όρους και συμφωνίες που διαλαμβάνονται στην παρούσα”.
Πράγματι έκτοτε η εκ μέρους της ανοιχθείσα υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρίας εν λόγω πίστωση και οι προς εξυπηρέτησή της από αυτήν τηρούμενοι αλληλόχρεοι λογαριασμοί, λειτούργησαν αποκλειστικά στη βάση των όρων της νέας αυτής συμφωνίας, όπου ο εγγυητής διόλου δεν μετείχε και δεν υπέγραψε, με την αναγκαία συνέπεια, οι γενόμενες έκτοτε και εως το οριστικό κλείσιμο  των λογαριασμών χρεοπιστώσεις και το εξαχθέν χρεωστικό εις βάρος της πιστούχου εταιρίας κατάλοιπο, να προέλθουν στη βάση των νέων αυτών όρων. Επομένως ο εγγυητής, μη υπογράψας τη μεταγενέστερη συμφωνία όχι μόνο δεν ευθύνεται σύμφωνα με το ΑΚ 851  για τους συνομολογηθέντες με αυτή δυσμενέστερους όρους αλλά επιπλέον έπαψε εντελώς να ευθύνεται ως εγγυητής.
Η ερήμην του εγγυητή επελθούσα τροποποιητική της πίστωσης σύμβαση δεν αναφερόταν σε διαφοροποίησή της κατά το ποσό το ανοίγματος, με διατήρηση κατά τα λοιπά των όρων της αρχικής σύμβασης, αλλά αντίθετα αφενός μεν μετέβαλε άρδην το συμβατικό status για το μέλλον και αφετέρου ρητά κατέλυε τους αρχικούς όρους της ενοχής με συνέπεια, το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, στο οποίο στηριζόταν η εγγυητική ευθύνη του Ι.Σ , να πάψει να υπάρχει.
Δεν μπορεί επίσης να υποστηριχθεί βάσιμα η ύπαρξη αυτονομίας της δικής του ευθύνης, ανεξάρτητα δηλαδή  και άσχετα από εκείνη της πρωτοφειλέτριας, αφού η ευθύνη του εγγυητή είναι πάντοτε κατά το νόμο παρεπόμενη και όχι ανεξάρτητη και αυτοτελής έναντι εκείνης του οφειλέτη, με τρόπο ώστε να είναι αδιανόητη ευθύνη του εγγυητή με άλλους όρους από εκείνους που ισχύουν για τον οφειλέτη34.
Συμπερασματικά, στην περίπτωση που τροποποιηθούν όροι της σύμβασης, χωρίς τη σύμπραξη του εγγυητή, αυτός πλέον δεν ευθύνεται για το κατάλοιπο μετά το κλείσιμο του λογαριασμού, γιατί η ευθύνη του βασίστηκε αρχικά σε κάποιους όρους που εξέλιπαν στη συνέχεια. Επομένως, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της οφειλής ο εγγυητής δεν θα εξακολουθήσει να ευθύνεται με βάση την αρχική σύμβαση μη υπέχων πλέον καμία ευθύνη εξ αυτής.

δ) Παύση ευθύνης εγγυητή

- Θάνατος εγγυητή
Αν δεν υπάρχει συμφωνία των μερών που να ρυθμίζει αλλιώς το ζήτημα, ο θάνατος του εγγυητή δεν επιφέρει το κλείσιμο του λογαριασμού.
Οι κληρονόμοι του εγγυητή ευθύνονται κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, στην ίδια έκταση που ευθυνόταν και ο ίδιος για την πληρωμή από τον πρωτοφειλέτη του καταλοίπου το οποίο θα προκύψει κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μέχρι όμως του ποσού για το οποίο εκείνος είχε εγγυηθεί, ενώ είναι αδιάφορος ο χρόνος κλεισίματος του λογαριασμού.

- Εικονικότητα της σύμβασης
Η εικονικότητα σύμβασης αύξησης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό έχει ως επακόλουθο την ακυρότητα της εγγύησης που τυχόν δόθηκε από τρίτον για το συμβαλλόμενο με την τράπεζα.

-Η απόσβεση της εγγύησης- το πταίσμα του δανειστή
Προϋπόθεση της απόσβεσης της εγγύησης και ελευθέρωσης του εγγυητή είναι να γίνει αδύνατη η ικανοποίηση του δανειστή από τον πρωτοφειλέτη και η αδυναμία αυτή να οφείλεται σε πταίσμα του ίδιου του δανειστή. Την ύπαρξη του πταίσματος αυτού οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εγγυητής.
Από την ανωτέρω ένσταση (της ύπαρξης πταίσματος του ίδιου του δανειστή εκ του οποίου κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση του από τον οφειλέτη) ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί, πλην όμως η παραίτηση αυτή δεν ισχύει αν ο εγγυητής ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια του δανειστή.

-Η παραίτηση του δανειστή από ασφάλειες
  Κατά ΑΚ 863 ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά από την απαίτησή του, για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής.

-Συνεγγυητές
Μεταξύ των συνεγγυητών σε αλληλόχρεο λογαριασμό υφίσταται παθητική εις ολόκληρον ενοχή. Με την καταβολή του οφειλέτη και την απόσβεση της απαίτησης, αποσβέννυται η απαίτηση και ως προς τον συνεγγυητή.

-Ενστάσεις εγγυητή
Κατ' αρχήν ο εγγυητής έχει κατά του δανειστή όλες τις ενστάσεις που έχει και ο οφειλέτης.
Ο εγγυητής μπορεί να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι η αδυναμία ικανοποίησης του δανειστή οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλειά του, η οποία θα κριθεί από τον δικαστή της ουσίας. Σε περίπτωση που κριθεί ότι υπάρχει βαριά αμέλεια του δανειστή, εξαιτίας της οποίας έγινε αδύνατη  η ικανοποίηση του από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται της ευθύνης του.

-Ένσταση διζήσεως
  Ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από την ένσταση διζήσεως επομένως δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη. Επομένως ο δανειστής μπορεί να στραφεί είτε κατά του πρωτοφειλέτη, είτε κατά του εγγυητή. Η άσκηση του δικαιώματος του μόνο κατά του εγγυητή μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική μόνο αν συντρέχουν ορισμένα περιστατικά που θα είχαν ως αποτέλεσμα την πρόσδοση σε αυτήν του ανωτέρω χαρακτηρισμού.

-Παραίτηση από τις ενστάσεις
  Σε περίπτωση σύμβασης ανοίγματος πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από τις ενστάσεις, οπότε ευθύνεται ως αυτοφειλέτης35.

ΑΠ 874/1997: “ σε περίπτωση παροχής εγγυήσεως για την εξασφάλιση απαιτήσεων από σύμβαση παροχής τραπεζικής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό και αυξήσεως ακολούθως του ποσού της πιστώσεως με νέα σύμβαση που δεν καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής ευθύνεται για το κατάλοιπο του νομίμως κλεισθέντος λογαριασμού, παρά το ότι σεαυτόν εισήλθαν και μη ασφαλιζόμενες με την εγγύησή του απαιτήσεις και είναι πιθανό με τις καταβολές του πρωτοφειλέτη κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού να έχουν υπερκαλυφθεί οι ασφαλιζόμενες απαιτήσεις. Τούτο δε διότι ούτε η είσοδος στο λογαριασμό μη ασφαλιζομένων με την εγγύηση απαιτήσεων ούτε η τυχόν κατά τη λειτουργία του ισοσκέλιση του λογαριασμού επηρεάζουν την ευθύνη του εγγυητή για το κατάλοιπο, εκτός αν η Τράπεζα τήρησε κατά τη συμφωνία των μερών χωριστό λογαριασμό για τις εγγυημένες απαιτήσεις και χωριστό για τις μη εγγυημένες, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται μόνο για το κατάλοιπο του λογαριασμού, στον οποίο έχουν εισαχθεί οι καλυπτόμενες με την εγγύηση του απαιτήσεις”.

ΑΠ 266/2001: “Από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848 και 851 Α.Κ. και 47 του Ν.Δ. της 17 Ιουλίου /13 Αυγούστου 1923 προκύπτει ότι ο εγγυητής της απαιτήσεως του δανειστή για την από μέρους του οφειλέτη πληρωμή του καταλοίπου που θα προκύψει από τη λειτουργία συμβάσεως παροχής πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό ευθύνεται, μέχρι του ποσού για το οποίο δόθηκε η εγγύηση, στην καταβολή του καταλοίπου, ανεξαρτήτως αν τούτο διαμορφώθηκε και με την καταχώριση πιστώσεων δυνάμει συμπληρωματικών της αρχικής συμβάσεως του πιστούχου και της δανείστριας Τράπεζας, με τις οποίες απλώς αυξάνεται το ποσό της αρχικής πιστώσεως έστω κι αν δεν ανέλαβε ο εγγυητής ειδικώς την ευθύνη της πληρωμής αφού κατά την έννοια της σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό περιλαμβάνεται η μεταγενέστερη αύξηση της πίστωσης, η οποία συνεπώς καλύπτεται από την ευθύνη που ανέλαβε ο εγγυητής του καταλοίπου. Εξαίρεση ισχύει εάν τηρήθηκε, κατά τη σχετική συμφωνία των μερών, ιδιαίτερος λογαριασμός για τις πιστώσεις, των οποίων την πληρωμή δεν εγγυήθηκε ειδικώς ο εγγυητής, οπότε η ευθύνη αυτού περιορίζεται στην πληρωμή του καταλοίπου του λογαριασμού, στον οποίο έχουν εισαχθεί οι καλυπτόμενες με την εγγύηση πιστώσεις (Α.Π. 1434/1999, 984/1989).”

ΕΥΘΥΝΗ ΟΜΟΡΡΥΘΜΟΥ ΕΤΑΙΡΟΥ

Σύμφωνα με ΕΝ 22 και την ισχύουσα νομολογία, ο οε ο οποίος αποχωρεί από ΟΕ ή ΕΕ είτε με τη βούλησή του είτε ακουσίως (θάνατος) εξακολουθεί να ευθύνεται ο ίδιος ή σε περίπτωση θανάτου του οι κληρονόμοι του, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με τους λοιπούς οε έναντι των τρίτων τυχόν δανειστών της εταιρίας, για τα κατά την ημέρα δημοσίευσης της τροποποιητικής του καταστατικού πράξης αποχώρησης του, χρέη της εταιρίας προς αυτούς, τα οποία θα συνυπολογιστούν και τα γεννηθέντα μεν, μη ληξιπρόθεσμα δε, χρέη της.
Ο ομόρρυθμος λοιπόν εταίρος, αφού ευθύνεται για τα χρέη, ευθύνεται και για τους αλληλόχρεους λογαριασμούς της ΟΕ ή ΕΕ.
Παλαιότερα η νομολογία36 δεχόταν ότι ο αποχωρών από συμβαλλόμενη σε αλληλόχρεο λογαριασμό εταιρία ομόρρυθμος εταίρος, εφόσον τήρησε τις νόμιμες διατυπώσεις εξόδου του, δεν ευθύνεται για το κατάλοιπο του λογαριασμού που προέκυψε από το μετά την αποχώρησή του, οριστικό κλείσιμο, διότι πριν από αυτό δεν υπήρχε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό χρέος της εταιρίας προς τον τρίτο με τον οποίο διατηρείτο ο λογαριασμός, άρα ούτε και ευθύνη ομόρρυθμου εταίρου.  Τυχόν νομολογιακή όμως επικράτηση της άποψης αυτής θα ευνοούσε την καταστρατήγηση της απεριόριστης ευθύνης του οε για τις υποχρεώσεις της εταιρίας στην οποία μετέχει και θα περιόριζε την  χρησιμότητα του αλληλόχρεου λογαριασμού στις συναλλαγές. Πράγματι, αν ο οε προβλέπει ότι το κατάλοιπο θα είναι παθητικό σε βάρος της εταιρίας, δεν έχει παρά να μεθοδεύσει εγκαίρως την αποχώρησή του, δηλαδή ακριβώς πριν από τον συμφωνηθέντα για το κλείσιμο του λογαριασμού χρόνο προκειμένου να αποφύγει την ενεργοποίηση της προσωπικής ευθύνης του, αφού έτσι η υποχρέωση δεν θα έχει ακόμα γεννηθεί κατά τον χρόνο της αποχώρησης. Αυτό θα ισοδυναμούσε με επιβράβευση του κακόπιστου εταίρου.
Την αντίθετη κατεύθυνση ακολούθησε σειρά αποφάσεων του ΑΠ37 οι οποίες δέχονται την προσωπική εις ολόκληρον ευθύνη του αποχωρούντος από την εταιρία κατά τη διάρκεια λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού ομόρρυθμου εταίρου, για το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού -οποτεδήποτε και αν γίνει -εξαγόμενο κατάλοιπο που προκύπτει σε βάρος της εταιρίας , εφόσον ο λογαριασμός αυτός εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της κατά τον χρόνο της αποχώρησης του εταίρου και μέχρι του ύψους του υπολοίπου αυτού. Ευθύνεται δηλαδή μόνο για τα μέχρι το χρόνο της αποχώρησής του από την εταιρία χρέη της, τα οποία πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή. Το ίδιο θεωρείται ότι ισχύει και σε περίπτωση θανάτου ομορρύθμου εταίρου- εφόσον η εταιρεία και ο λογαριασμός συνεχίζονται- αναφορικά με την ευθύνη των κληρονόμων. Το γεγονός ότι η σχετική με το κατάλοιπο αξίωση γεννιέται για πρώτη φορά σε χρόνο μεταγενέστερο της αποχώρησης του εταίρου- δηλαδή κατά τον χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού και εξαγωγής του οριστικού καταλοίπου- δεν συνηγορεί υπέρ του αντίθετου, αφού τα δημιουργικά της αξίωσης αυτής περιστατικά προϋπήρχαν της αποχώρησης και ο λογαριασμός αποτελούσε έκτοτε στοιχείο του παθητικού της εταιρικής περιουσίας, καταλογιζόμενο στην ευθύνη του αποχωρήσαντα οε38.
Η θέση αυτή θεωρείται ότι παγιώθηκε με την Ολ ΑΠ 31/1997, με την οποία οριστικοποιήθηκε η μεταστροφή νομολογίας του Ανωτάτου Ακυρωτικού  και κυρίως των εφετείων από την αντίθετη θέση σύμφωνα με την οποία ο ομόρρυθμος εταίρος δεν ευθύνεται στην εν λόγω περίπτωση, διότι κατά την έξοδό του, βάσει του δικαίου του αλληλόχρεου λογαριασμού, δεν υπήρχε ακόμα εκκαθαρισμένο και απαιτητό υπόλοιπο από το λογαριασμό σε βάρος της εταιρίας και κατ επέκταση σε βάρος του ιδίου. Επί της ως άνω απόφασης, εκφράστηκαν αντιρρήσεις από μειοψηφία τεσσάρων δικαστών, με τις οποίες ήρθε να συμφωνήσει μέρος της θεωρίας (Δωρής), που πηγάζουν από τη φύση, το χαρακτήρα και τη λειτουργία του αλληλόχρεου. Τονίζεται λοιπόν σύμφωνα με αυτή την άποψη, ότι η είσοδος μιας απαίτησης στο λογαριασμό δεν επιδρά στη φύση και στη νομική της βάση, της στερεί όμως την αυτοτέλειά της και την καθιστά απλό κονδύλιο, ένα λογιστικό μέγεθος, ενόψει της μέλλουσας εκκαθάρισης (κατά το κλείσιμο), αποκλείοντας έτσι την άσκηση δικαστικώς ή εξωδίκως ή την εκχώρηση ή την κατάσχεσή της. Αυτό οφείλεται στην αμοιβαία δέσμευση των συμβαλλόμενων μερών να μην επιδιώκουν και να μην διαθέτουν μεμονωμένα τις εκατέρωθεν απαιτήσεις που προκύπτουν από τη μεταξύ τους συναλλακτική σχέση, για την εξυπηρέτηση της οποίας συνάφθηκε η σύμβαση αλληλόχρεου, αλλά να υποβάλλουν αυτές σε συνολικό διακανονισμό, έτσι ώστε να γεννάται υποχρέωση καταβολής μόνο με το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου. Παρατίθεται δεν χαρακτηριστικά η κρίση που διατυπώθηκε σε παλαιότερη απόφαση, σύμφωνα με την οποία “πριν από το οριστικό κλείσιμο το λογαριασμού δεν υπάρχει δανειστής ή οφειλέτης”. Η άποψη αυτή κλείνει με το επιχείρημα ότι τυχόν επιγενόμενος κίνδυνος ως προς την είσπραξη του ενδεχόμενου να προκύψει πιστωτικού υπολοίπου, εξαιτίας της αποχώρησης του οε, είναι συνυφασμένος με τη δραστηριότητα των συναλλασσομένων και άλλωστε μπορεί να αποτραπεί με λύσεις από την ίδια την πρακτική της αγοράς και των συναλλαγών(  λ.χ με συνομολόγηση εγγυήσεων, ασφάλιση μέλλουσας απαίτησης, συμφωνία περί αυτόματου κλεισίματος του λογαριασμού επί αποχώρησης εταίρου).
Πιο πρόσφορη λύση φαίνεται αυτή μίας παγίως συνομολογούμενης ρήτρας, ότι τυχόν αποχώρηση του οε θα συνεπάγεται αυτόματα το κλείσιμο του λογαριασμού, ώστε να καθίσταται άμεσα απαιτητό το υπόλοιπο. Έτσι δεν θα παραβιάζεται ο κανόνας του μη απαιτητού κατά τη λειτουργία του αλληλόχρεου, αφού αυτό θα λογίζεται ότι έχει κλείσει. Και αυτή η λύση όμως θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στους αντισυμβαλλόμενους , αφού με κάθε αποχώρηση ενός εταίρου, η εταιρία θα ήταν υποχρεωμένη να εκκαθαρίζει και στη συνέχεια να επαναδιαπραγματεύεται και να επανεκκινεί τη λειτουργία ενός ή περισσότερων λογαριασμών που ενδεχομένως τηρεί με αυτούς που συναλλάσσεται39.
Προς την υπό προϋποθέσεις καταφατική της ευθύνης αποχωρήσαντα οε θέση του ΑΠ, είναι σύμφωνη και η θεωρία40. Η ιδέα είναι ότι ο αλληλόχρεος λογαριασμός, ως εκ της διαρκούς έννομης σχέσης που ιδρύει μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, αποτελεί καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του περιουσιακό στοιχείο των συμβεβλημένων προσώπων, μεταξύ των οποίων υπάρχει – συνιστά δηλαδή καθ όλη τη διάρκεια αυτή οικονομικό μέγεθος δυνάμενο ανά πάσα στιγμή να εντοπιστεί , να προσδιοριστεί και να καταλογιστεί κατά περίπτωση, στο ενεργητικό ή το παθητικό της περιουσίας τους. Τυχόν μη αποδοχή τέτοιας δυνατότητας θα οδηγούσε στο ενδεχόμενο να εμφανίζονται ως έχοντα ενεργητική περιουσιακή θέση πρόσωπα με σημαντικά ανοίγματα σε αλληλόχρεους λογαριασμούς- τα οποία (ανοίγματα) αλλιώς θα ενεφανίζοντο ύστερα από συμπτωματική απογραφή της περιουσίας και συνυπολογισμό στο παθητικό της των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ανά πάσα στιγμή κίνηση των λογαριασμών αυτών, έστω κι αν δεν έχουν ακόμα κλειστεί. Και πράγματι, μπορεί μεν η έμφαση να δίνεται στο κατάλοιπο που θα προκύψει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, η εκάστοτε οικονομική αξία που ενδιαμέσως, ανά πάσα στιγμή , προκύπτει κατά τη διάρκεια του αλληλόχρεου, δεν μπορεί ωστόσο να είναι χωρίς σημασία για την νομική αντιμετώπιση περιστατικών που διαταράσσουν τη λειτουργία του. Ένα τέτοιο περιστατικό είναι η αποχώρηση οε από την εταιρία, διαρκούντος του λογαριασμού. Η ενεργοποίηση της ευθύνης του οε προϋποθέτει αφενός το αυτονόητο, ότι δηλαδή το κατάλοιπο οποτεδήποτε κλειστεί ο λογαριασμός, είναι χρεωστικό σε βάρος της εταιρίας και αφετέρου το κρίσιμο, ότι δηλαδή κατά τον χρόνο της αποχώρησης του εταίρου υπήρχε επίσης σε βάρος της εταιρίας, χρεωστικό υπόλοιπο, το μέγεθος του οποίου οριοθετεί, κατά το μέγιστο ,το μέτρο ευθύνης του: α) αν το κατάλοιπο κατά τον χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού είναι μικρότερο από το κατά τον χρόνο της αποχώρησής του χρεωστικό υπόλοιπο, η ευθύνη περιορίζεται στο μικρότερο ποσό του καταλοίπου, αφού σε μόνο το ποσό αυτό συγκεντρώνεται η απαίτηση του αντισυμβαλλόμενου στον αλληλόχρεο λογαριασμό τρίτου και β) αν κατά τον χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού το κατάλοιπο είναι διευρυμένο σε σχέση με το μικρότερο ποσό του χρεωστικού, κατά τον χρόνο της αποχώρησης, υπολοίπου, η ευθύνη δεν διαστέλλεται κατά το διευρυμένο μέγεθος του πρώτου, αλλά επίσης περιορίζεται στο μέρος εκείνο του καταλοίπου που αντιστοιχεί στο ισόποσο του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού όπως προσδιορίστηκε κατά τον χρόνο της αποχώρησης41.
Τέλος, σύμφωνα με τον Ψυχομάνη, ο εξερχόμενος οε ή οι κληρονόμοι του ευθύνονται για το υπόλοιπο του λογαριασμού της στιγμής της εξόδου ή του θανάτου του εταίρου, εφόσον -και στην έκταση που- το υπόλοιπο τούτο δεν αποσβήστηκε συμψηφιστικά ή εκκαθαριστικά μέχρι το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, οπότε γεννιέται το πρώτον απαίτηση για το τυχόν υπόλοιπο, κατά της εταιρίας και των εταίρων της.
Οι αντίστοιχες αξιώσεις της τράπεζας κατά του εταίρου, που εξήλθε από την εταιρεία, ή εναντίον των κληρονόμων του εταίρου που αποβίωσε, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 64 ΕΚ. Κατά την λιγότερο επαχθή για τον εξερχόμενο εταίρο και τους κληρονόμους του, θέση, η παραγραφή αρχίζει να τρέχει υπέρ του εταίρου από την στιγμή, που η τράπεζα λάβει γνώση του θέματος και δεν προβεί σε καταγγελία, κατ ανάλογον εφαρμογή της ΑΚ 25242.
Κατά αποτέλεσμα προς την περίπτωση της αποχώρησης ομόρρυθμου εταίρου από την εταιρία πρέπει να εξομοιωθεί και η περίπτωση κατά την οποία ένας εταίρος αποβάλλει την ιδιότητα του οε και χωρίς να επέρχεται αλλοίωση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας, καθίσταται ετερόρρυθμος.

ΟλΑΠ 31/1997: “ Αν συμβαλλόμενη στο λογαριασμό είναι ομόρρυθμη εταιρία και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού αποχωρήσει από αυτήν ένας οε, υπάρχει προσωπική εις ολόκληρο ευθύνη του εταίρου αυτού για το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, οποτεδήποτε κι αν γίνει, προκύπτον εις βάρος της εταιρίας κατάλοιπο, υπό την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός εμφάνιζε παθητικό σε βάρος της εταιρίας κατά το χρόνο της αποχώρησής του εταίρου και μέχρι του ύψους του παθητικού αυτού υπολοίπου. Το γεγονός ότι η σχετική με το κατάλοιπο αξίωση γεννιέται για πρώτη φορά σε χρόνο μεταγενέστερο της αποχώρησης του εταίρου- δηλαδή κατά τον χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού και εξαγωγής του οριστικού καταλοίπου- δεν συνηγορεί υπέρ του αντίθετου, αφού τα δημιουργικά της αξίωσης αυτής περιστατικά προϋπήρχαν της αποχώρησης και ο λογαριασμός αποτελούσε έκτοτε στοιχείο του παθητικού της εταιρικής περιουσίας, καταλογιζόμενο στην ευθύνη του αποχωρήσαντα οε. Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο δέχτηκε ότι ο εφεσίβλητος, που υπήρξε οε της εταιρίας δεν ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εν λόγω εταιρίας για το κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας Τράπεζας πριν από την αποχώρησή αυτού από την εταιρία, αλλά κλείστηκε οριστικά μετά την αποχώρηση του εφεσίβλητου από την εταιρία, γιατί κατά το χρόνο της αποχώρησης αυτού δεν υπήρχε εταιρικό χρέος από κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, δεδομένου ότι αυτός δεν είχε τότε κλειστεί. Έτσι όμως το Εφετείο παραβίασε, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο γνώμη, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που διέπουν τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.”
Κατά τη μη κρατήσασα στο δικαστήριο γνώμη, ο λόγος αναίρεσης έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο ορθώς δέχτηκε ότι κατά το χρόνο αποχώρησης του εφεσιβλήτου από την πιστούχο ομόρρυθμη εταιρία δεν υφίστατο εταιρικό χρέος και αντίστοιχα εις ολόκληρον αλληλέγγυα ευθύνη του για το μεταγενεστέρως προκύψαν κατάλοιπο”.
Σύμφωνα με την άποψη του Φ. Δωρή, το επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε από αυτή την απόφαση “ότι η σχέση που δημιουργείται με της σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού έχει μεν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία απαίτησης μόνο για το κατάλοιπο, αποτελεί όμως και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού ένα οικονομικό μέγεθος που καταλογίζεται κάθε στιγμή στο ενεργητικό ή στο παθητικό της περιουσίας των μερών”, δεν είναι επαρκές για τη αποδοχή ευθύνη του οε που αποχώρησε από την εταιρία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού. Η οικονομική αυτή διάσταση του αλληλόχρεου δεν αποτελεί κριτήριο για την εφαρμογή του αρ. 22 ΕμπΝ και δεν εμπίπτει στο πραγματικό του κανόνα αυτού, ο οποίος προϋποθέτει οφειλή της εταιρίας κατά την αποχώρηση το οε από αυτήν. Τέτοια οφειλή όμως δεν υπάρχει πριν το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου43.

ΑΠ 693/2008: “Οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι, ισχυρίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η πρώτη εναγομένη κατά το χρόνο, που έκλεισε ο επίμαχος αλληλόχρεος λογαριασμός, και συνακόλουθα και κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο, διότι αυτή είχε λυθεί από τις 15.5.1997 και είχαν περατωθεί και οι εργασίες της εκκαθαρίσεώς της. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός των εναγομένων, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, μετά τη λύση και την τυπική εκκαθάριση της πρώτης εναγομένης, παρέμεινε ακόμη εκκρεμής και ανεκκαθάριστη τουλάχιστον η επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων, αφού ο υφιστάμενος μεταξύ τους αλληλόχρεος λογαριασμός δεν είχε κλείσει, και άρα η ενάγουσα, που επικαλείται (και απέδειξε) ότι ήταν δανείστρια της πρώτης εναγομένης, νομιμοποιούταν, λόγω της ιδιότητας της αυτής, να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της με αγωγή, στρεφόμενη τόσο κατά του νομικού προσώπου της εταιρίας, η οποία εκπροσωπούταν στη σχετική δίκη από τους συνεκκαθαριστές ομορρύθμους εταίρους της, όσο και κατά των ομορρύθμων εταίρων της ατομικά.”

ΑΠ 893/2008: “ Αν συνεπώς, συμβαλλόμενη στο λογαριασμό είναι ομόρρυθμη εταιρία και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού αποχωρήσει από αυτήν ένας ομόρρυθμος εταίρος, υπάρχει προσωπική εις ολόκληρο ευθύνη του εταίρου αυτού, για το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, οποτεδήποτε και αν γίνει, προκύπτον εις βάρος της εταιρείας κατάλοιπο, υπό την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός εμφάνιζε παθητικό σε βάρος της εταιρείας κατά το χρόνο της αποχωρήσεως του εταίρου και μέχρι του ύψους του παθητικού αυτού καταλοίπου. Το γεγονός ότι η αξίωση πληρωμής του καταλοίπου γεννιέται το πρώτο με, το κλείσιμο του, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της αποχωρήσεως του εταίρου από την εταιρεία, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο προς τα ανωτέρω συμπέρασμα, αφού τα δημιουργικά της αξιώσεως αυτής περιστατικά, προϋπήρχαν της αποχωρήσεως και ο λογαριασμός αποτελούσε έκτοτε στοιχείο του παθητικού της εταιρικής περιουσίας και συνεπώς περιλαμβανόταν στο πλαίσιο της ευθύνης του αποχωρήσαντος εταίρου”.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αντωνόπουλος Στ., « Η σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού», Αθήνα, Εκδόσεις Σάκκουλα 2007
Βελέντζας Γ., «Δίκαιο Αλληλόχρεου Λογαριασμού : θεμελιώδη προβλήματα ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου. Με ιδιαίτερη αναφορά στον εκτοκισμό (ανατοκισμό) τόκων», Θεσσαλονίκη, 2007
Γεωργακόπουλος Λ., «Χρηματιστηριακό και Τραπεζικό Δίκαιο», Αθήνα, Δίκαιο & Οικονομία 1999
Μάζης Π., «Εμπράγματη εξασφάλιση τραπεζών και ανώνυμων εταιρειών : Σύμφωνα με το Ν.Δ. της 17.7/13.8.1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών” και την υπόλοιπη σχετική ειδική νομοθεσία», Σάκκουλας 1993
Ρόκας Ν., «Στοιχεία Εμπορικού Δικαίου: Γενικό μέρος-Εμπορικές συμβάσεις», Αθήνα, Αντ. Ν. Σάκκουλας 1998
Ρόκας Ν., «Στοιχεία Τραπεζικού Δικαίου», Αθήνα, Κομοτηνή, Αντ. Ν. Σάκκουλας 2002
Τσούμας Β- Δανηλάτου Α., «Αλληλόχρεος λογαριασμός», Αθήνα 2006, Νομική Βιβλιοθήκη
Τσούμας Β- Δανηλάτου Α., «Αλληλόχρεος λογαριασμός : Θεωρία- Νομολογία-Υποδείγματα», Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη 2006
Ψυχομάνης Σπ., «Τραπεζικό Δίκαιο : δίκαιο τραπεζικών συμβάσεων», Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Σάκκουλα 2008
Ψυχομάνης Σπ., «Τραπεζικές δραστηριότητες αμφισβητήσιμης νομιμότητας», Εκδόσεις Σάκκουλα 2002

Νομικά Περιοδικά

Γνωμοδότηση Π. Μάζη “Εγγύηση σε σύμβαση τραπεζικής πίστωσης σε ανοικτό λογαριασμό”, ΔΕΕ 5/2004, σελ. 514-518
ΔΕΕ 2/2001 (ΈΤΟΣ 7), σχόλιο του Γ. Μιχαλόπουλου για την ΑΠ 725/2000, σελ. 169-173
ΕλΔικ 38 (1997), Ολ ΑΠ 31/1997, σελ. 1526-1528
ΕπισκΕΔ Α/2002, σχόλιο Κ. Παμπούκη για ΕφΛαρ 690/2001, σελ. 157-169
ΝοΒ 1998, τόμος 46, Ολ ΑΠ 31/1997, σελ. 193-198
ΝοΒ 24,  ΕφΛαρ 29/1976, σελ. 552-557

Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. All rights reserved.

Απαγορεύεται η αντιγραφή, αποθήκευση και διανομή της παρούσας εργασίας (Τμήμα Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών), εξ ολοκλήρου ή τμήματος αυτής, για εμπορικό σκοπό. Επιτρέπεται η ανατύπωση, αποθήκευση και διανομή για σκοπό μη κερδοσκοπικό, εκπαιδευτικής ή ερευνητικής φύσης, υπό την προϋπόθεση να αναφέρεται η πηγή προέλευσης,το όνομα του συγγραφέα και να διατηρείται το παρόν μήνυμα.