Υποχρέωση πίστης του εργαζομένου

Τα μέρη της ατομικής σύμβασης εργασίας πέρα από τις κύριες υποχρεώσεις βαρύνονται και από ορισμένες παρεπόμενες υποχρεώσεις στα πλαίσια της καλόπιστης και επιμελούς εκπλήρωσης της εργασιακής σύμβασης (ΑΚ 288, 652). Όταν αυτές βαρύνουν τον εργαζόμενο έχουμε τη λεγόμενη υποχρέωση πίστης (υποχρέωση εργαζομένου να αποφεύγει βλαπτικές για τα νόμιμα συμφέροντα του εργοδότη και της επιχείρησης συμπεριφορές). [2] Μία από τις ειδικές υποχρεώσεις που απορρέουν από την υποχρέωση πίστης είναι και η απαγόρευση του ανταγωνισμού, έστω και με μεμονωμένες πράξεις, ως ενέργεια βλαπτική για τα συμφέροντα του εργοδότη. Ανάλογα με την ένταση του δεσμού εμπιστοσύνης μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη προσδιορίζονται το περιεχόμενο και τα όρια της υποχρέωσης πίστης. Για παράδειγμα, οι διευθύνοντες υπάλληλοι λόγω του ισχυρού δεσμού της εμπιστοσύνης που δημιουργείται από την θέση τους, βαρύνονται με αυξημένες υποχρεώσεις- για τον λόγο αυτό η συμπεριφορά τους κρίνεται αυστηρότερα.

Ρήτρα μη ανταγωνισμού ειδικότερα

Η υποχρέωση παράλειψης πράξεων ανταγωνισμού δεν ισχύει μετά τη λύση της σύμβασης. Μετά τη λύση της σύμβασης ο εργαζόμενος είναι ελεύθερος σε ό,τι αφορά την επαγγελματική του δράση. Μπορεί να αξιοποιήσει τις επαγγελματικές γνώσεις και την εμπειρία που απέκτησε με όποιον τρόπο επιθυμεί και δεν εμποδίζεται να ασκήσει, για δικό του λογαριασμό, δραστηριότητα ανταγωνιστική προς αυτήν του προηγούμενου εργοδότη του ή να προσφέρει τις υπηρεσίες του  σε τρίτη επιχείρηση επίσης ανταγωνιστική. Τα μέρη όμως, κάνοντας χρήση της συμβατικής ελευθερίας, έχουν τη δυνατότητα να επεκτείνουν την απαγόρευση ανταγωνισμού και για το μετά την λύση της σύμβασης διάστημα, συμφωνώντας σχετικές ρήτρες[5]. Οι ρήτρες αυτές είναι ειδικότεροι όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας και μπορούν να έχουν τη μορφή είτε α) της απαγόρευσης πρόσληψης σε άλλο εργοδότη, είτε β) της απαγόρευσης άσκησης επιχείρησης ή επαγγέλματος ανταγωνιστικών προς αυτό του εργοδότη είτε τέλος γ) της απαγόρευσης ανακοίνωσης απόρρητων της επιχείρησης[6].  Οι ανταγωνιστικές αυτές πράξεις δεν είναι αναγκαίο να γίνονται από τον ίδιο τον εργαζόμενο, αρκεί να γίνονται από άλλο, έστω και παρένθετο πρόσωπο για λογαριασμό του ενώ η απαγόρευση διενέργειας ανταγωνιστικών πράξεων παύει να υπάρχει εάν ο εργοδότης ρητώς ή σιωπηρός συγκατατέθηκε σε αυτές, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν έλαβε γνώση των ενεργειών αυτών και δεν αντιτάχθηκε εγκαίρως σε αυτές[7].   Οι ρήτρες αυτές συνομολογούνται συνήθως σε βάρος διευθυνόντων υπαλλήλων εμπορικών επιχειρήσεων καθώς και μισθωτών που έχουν εξειδικευμένη πείρα, ειδικές επιστημονικές γνώσεις, υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης[8]. Δεν είναι επίσης σπάνιοι οι όροι αυτοί σε συμβάσεις παροχής καλλιτεχνικής εργασίας, από ηθοποιούς ή μουσικούς, που συνήθως αναφέρονται στην απαγόρευση ταυτόχρονης προσφοράς καλλιτεχνικής εργασίας σε άλλη επιχείρηση επί πληρωμή ή ακόμη δωρεάν χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του εργοδότη[9].

Η θέση των ρητρών μη ανταγωνισμού στην ελληνική έννομη τάξη

Στη χώρα μας δεν υφίστανται ειδικές διατάξεις όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες (Γερμανία, Ιταλία) παρά μόνο σε κάποιες περιπτώσεις νομοθετικής ρύθμισης συγκεκριμένων επαγγελματικών κατηγοριών, όπως είναι οι ρυθμίσεις για τις σχέσεις αμειβομένων αθλητών σωματείων και επαγγελματιών ποδοσφαιριστών και ποδοσφαιρικών ΑΕ, σύμφωνα με τις οποίες τίθενται περιορισμοί και όροι στη μεταγραφή αυτών σε άλλο αθλητικό σωματείο[10].    

Καταρχήν καταφάσκεται η νομιμότητά τους καθώς όπως γίνεται δεκτό από την ελληνική επιστήμη και νομολογία, οι ρήτρες μη ανταγωνισμού, ως εκδήλωση της ελευθερίας των συμβάσεων και της ιδιωτικής αυτονομίας (ΑΚ 189, 192, 193 και 361 και 5&1Σ) αποτελούν επιτρεπτό συμβατικό περιορισμό της ελευθερίας της εργασίας (αρ 5&1Σ). Φραγμό ωστόσο στη συμβατική ελευθερία των μερών θέτουν οι ρυθμίσεις των αρ 178 (αντίθεση στα χρηστά ήθη) και 179 ΑΚ (υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του προσώπου)[11]. Η αντίθεση της ρήτρας στα χρηστά ήθη μπορεί να προκύπτει είτε από το ίδιο το περιεχόμενο της σύμβασης, ιδίως από το αντικείμενο των παροχών που υποσχέθηκε να παράσχει ο εργαζόμενος είτε από τις περιστάσεις που συνοδεύουν την κατάρτισή της σε συνδυασμό με το περιεχόμενο. Έτσι αντίθεση υπάρχει όταν χωρίς να δεσμεύει υπέρμετρα την επαγγελματική ελευθερία του εργαζομένου, αποβλέπει σε ανήθικο αποτέλεσμα ή συνομολογείται με την πίεση του εργοδότη[12].

Οι ρήτρες λοιπόν αυτές μόνο κατ’ εξαίρεση μπορεί να θεωρηθούν θεμιτές και νόμιμες, γιατί εκτός του ότι τέτοιες ρήτρες είναι οικονομικώς και κοινωνικώς ασυμβίβαστες σε περιόδους κρίσης της απασχόλησης και εν πάση περιπτώσει οδηγούν στο κοινωνικώς παράδοξο αποτέλεσμα αυτός που συνήθως έχει την πρωτοβουλία να περιέλθει ο μισθωτός σε κατάσταση ανεργίας να μπορεί να του απαγορεύσει να ασκήσει τη δραστηριότητα του στον τομέα που είχε αυτός επαγγελματικά ειδικευτεί, είναι προφανές ότι αντιτίθενται στη συνταγματικώς προστατευόμενη ελευθερία της εργασίας ή στο δικαίωμα ελεύθερης οικονομικής ή επαγγελματικής δράσης. Η νομιμότητά τους, μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο εάν υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν τον περιορισμό των παραπάνω ατομικών δικαιωμάτων και φυσικά εφόσον δεν δεσμεύεται υπέρμετρα με τις ρήτρες αυτές η ελευθερία του ατόμου για ανάπτυξη της προσωπικότητας και οι ειδικότερες εκφάνσεις της και φυσικά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη ρήτρα χρηστών ηθών των άρθρων 178 και 179 ΑΚ[13].

Υπό το πρίσμα αυτό γίνεται ειδικότερα από τη νομολογία δεκτό, ότι το κύρος της ρήτρας μη ανταγωνισμού εξαρτάται από τη διάρκεια αυτής μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας, την τοπική της έκταση και την έκταση απαγόρευσης της επαγγελματικής δραστηριότητας. Η θεωρία μάλιστα αξιώνει επιπλέον την καταβολή στον εργαζόμενο εύλογης αποζημίωσης ως αντιπαροχής για την αποδοχή εκ μέρους του, του περιοριστικού της ελευθερίας όρου. Όσον αφορά την πρόβλεψη καταβολής τέτοιων αποζημιώσεων δεν είναι πάντοτε πολύ σαφές α) αν πρέπει αν αθροίζεται υποχρεωτικά με τις λοιπές προϋποθέσεις ή αν αποτελεί μια προϋπόθεση που λειτουργεί επικουρικά ή ενδεικτικά, δηλαδή διασφαλιστικά της «εγγύησης ορθότητας» της επίμαχης ρήτρας, κυρίως εκείνης που εμπεριέχει σοβαρό περιορισμό της ελευθερίας εργασίας έτσι ώστε σε οριακές περιπτώσεις να μπορεί να σώσει το κύρος της, ή β) αν η συμπερίληψή του στο σχήμα της σώρευσης των προϋποθέσεων νομιμότητας αξιώνει ισχύ ανεξαρτήτως των παραμέτρων και περιστάσεων που συνθέτουν την επίμαχη περίπτωση, μεταξύ των οποίων κεντρικό ρόλο διαδραματίζει η έλλειψη διαπραγματευτικής δύναμης και η ένταση του περιορισμού της ελευθερίας εργασίας. Τέλος, στις προϋποθέσεις νομιμότητας έχει πρόσφατα προστεθεί και η ανάγκη προστασίας των δικαιολογημένων συμφερόντων της επιχείρησης[14].

Ρήτρα μη ανταγωνισμού ως αντικείμενο ΣΣΕ

Ένα εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι αν είναι δυνατόν να ρυθμιστεί το θέμα της απαγόρευσης ανταγωνισμού δια μέσου της συλλογικής αυτονομίας, να αποτελέσει δηλαδή αντικείμενο ρύθμισης ΣΣΕ. Υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς (Ν 3239/1955) υπήρχε δισταγμός να αναγνωριστεί τέτοια δυνατότητα[17], δοθέντος ότι κατά το αρ. 1 &2 του νόμου αυτού «ως συλλογική διαφορά εργασίας θεωρείται πάσα διένεξις μεταξύ οργανώσεων εργοδοτών και οργανώσεων μισθωτών, αφορώσα εις τους όρους ή τας συνθήκας ή την αμοιβήν της εργασίας»[18]. Κατά τον Χ. Χριστοφορίδη μάλιστα, η δυνατότητα ρύθμισης των συμφωνιών περί μη ανταγωνισμού δια ΣΣΕ τίθεται σε αμφισβήτηση εν όψει και του άρθρου 2&1 του Ν 3239/55, που ορίζει γενικώς ότι η ΣΣΕ καθορίζει τους όρους που πρέπει να περιλαμβάνουν οι συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται μεταξύ προσώπων δεσμευομένων εξ αυτών, χωρίς να αναφέρεται περαιτέρω στις εξ αφορμής της σύμβασης αυτής καταρτιζόμενες συμφωνίες. Ωστόσο αν δεχτούμε την ορθότερη άποψη, σύμφωνα με την οποία η ρήτρα μη ανταγωνισμού αποτελεί όρο της σύμβασης εργασίας, φαίνεται ότι υπήρχε η δυνατότητα ρύθμισης της απαγόρευσης ανταγωνισμού με ΣΣΕ, υπό το προϊσχύσαν καθεστώς.

Σήμερα, ο νόμος 1876/90 προβαίνει σε αναλυτική απαρίθμηση των επιμέρους ζητημάτων που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της ΣΣΕ. Αυτά με βάση τη μεταξύ τους συγγένεια μπορούμε να τα κατατάξουμε σε ορισμένους κύκλους θεμάτων που είναι: ο άμεσος καθορισμός όρων των ατομικών σχέσεων εργασίας, ο καθορισμός όρων εργασίας σε συνάρτηση με τις επιχειρησιακές αποφάσεις, ζητήματα που αφορούν τις συλλογικές εργασιακές σχέσεις και ζητήματα ασφαλιστικού περιεχομένου.

Στον πρώτο κύκλο θεμάτων ανήκουν τα ζητήματα σχετικά με τη σύναψη, τους όρους λειτουργίας και τη λήξη των ατομικών συμβάσεων εργασίας (αρ 2&1). Πρόκειται για το παραδοσιακό αντικείμενο των ΣΣΕ. Το ζήτημα όμως είναι αν η ρήτρα περί μη μελλοντικού ανταγωνισμού αποτελεί όρο παροχής εργασίας, δηλαδή όρο της σύμβασης εργασίας ή αντίθετα αποτελεί μεν συμφωνία που συνάπτεται με αφορμή της σύμβαση εργασίας, αλλά που έχει φύση και χαρακτήρα αυτοτελούς σύμβασης. Σύμφωνα με την αυστηρή γραμματική ερμηνεία του αρ. 2&1, δύσκολα θα γίνει δεκτό ότι η ρήτρα περί μη μελλοντικού ανταγωνισμού αποτελεί όρο παροχής της εργασίας, δηλαδή όρο που αφορά τη λειτουργία της σύμβασης εργασίας.Την συγκεκριμένη ερμηνεία υποστηρίζει και ο Ληξουριώτης κατά τον οποίο θεωρούνται έγκυρες οι συλλογικές ρυθμίσεις που συγκεκριμενοποιούν ή οριοθετούν την υποχρέωση μη ανταγωνισμού που προκύπτει από τη γενικότερη υποχρέωση πίστης, αλλά δεν μπορεί να έχουν κύρος συλλογικές ρυθμίσεις που περιέχουν ρήτρα περί μη μελλοντικού ανταγωνισμού, για τον απλό λόγο ότι τέτοιες ρήτρες δεν αναφέρονται στη σύναψη, τους όρους ή τη λήξη της ατομικής σύμβασης εργασίας. Μόνο η μετασυμβατική λοιπόν απαγόρευση του ανταγωνισμού φαίνεται να δημιουργεί πρόβλημα στους υποστηρικτές της άποψης αυτής.

Έτσι είναι έγκυρος ο όρος που περιέχεται στην από 22.2.1993 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηθοποιών ελεύθερου θεάτρου όλης της χώρας, σύμφωνα με τον οποίο ο ηθοποιός δεν έχει δικαίωμα να παρέχει τις καλλιτεχνικές του υπηρεσίες σε άλλο θέατρο, αλλά του επιτρέπεται να παρέχει τις υπηρεσίες σε άλλους καλλιτεχνικούς χώρους σε ώρες που δεν δεσμεύεται από την εργασία του στον θέατρο, καθώς επίσης του επιτρέπεται να συμμετέχει σε δοκιμές άλλου θιάσου με τον οποίο πρόκειται να συνεργαστεί την επόμενη περίοδο τον τελευταίο μήνα πριν τη λήξη της σύμβασης του και σε κάθε άλλη περίπτωση αν η συμμετοχή του στις δοκιμές άλλου θιάσου δεν εμποδίζει την κανονική εκπλήρωση των υποχρεώσεων του ηθοποιού προς τον εργοδότη του που δίνει τις παραστάσεις[19].          .          

Αν δεχτούμε αυτή τη λύση, τότε αφοπλίζουμε τον εργαζόμενο από το πιο αποτελεσματικό ίσως όπλο του στην σύγκρουση του με τον ισχυρότερο διαπραγματευτικά, αντίπαλό του, τον εργοδότη. Όπως είδαμε πιο πάνω, η συμβατική ελευθερία αδυνατεί, στο χώρο του εργατικού δικαίου να εξασφαλίσει την επαρκή προστασία θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων του εργαζομένου γιατί γίνεται χρήση και εκμετάλλευση της από το εργοδότη εις βάρος του εργαζομένου. Κατά τη σύναψη ρητρών μη ανταγωνισμού, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είναι διαπραγματευτικά ισοδύναμα. Η έννομη τάξη οφείλει να παρέχει στον εργαζόμενο, ως ασθενέστερο, την προστασία του εργατικού δικαίου. Η εξέταση λοιπόν του θέματος επιβάλλει την τελολογική και σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των διατάξεων του νόμου περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας.        

Σύμφωνα λοιπόν με την τελολογική ερμηνεία ο Ν. 1876/1990 (αρ 2&1) όχι μόνο δεν απαγορεύει αλλά αντιθέτως εμμέσως πλην σαφώς ευνοεί την πρόβλεψη ρητρών μη ανταγωνισμού αφού αν και η απαγόρευση λειτουργεί μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας, ωστόσο η ρήτρα συμφωνήθηκε κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης. Τούτο δε καθώς, ούτε ο δεσμός τους με την ατομική σύμβαση εργασίας ανεξαρτήτως συμβατικής ή μετασυμβατικής λειτουργίας ούτε βεβαίως η τελολογική ένταξή τους στο προστατευτικό πεδίο της συλλογικής αυτονομίας μπορούν σοβαρά να αμφισβητηθούν[20].

 Πιο συγκεκριμένα, η έννοια των όρων εργασίας , που είναι το κλασικό αντικείμενο των ΣΣΕ, μπορεί να δοθεί με δύο προσεγγίσεις. Με την στενή έννοια εννοούμε τους όρους με τους οποίους συνάπτονται οι ατομικές σχέσεις εργασίας και με αυτό τον τρόπο καλύπτουν όλα τα θέματα λειτουργίας μια ατομικής σχέσης εργασίας (μισθός, χρόνος εργασίας κ.α). Με την ευρεία έννοια περιλαμβάνει και άλλα θέματα που ενδιαφέρουν τις σχέσεις εργοδοτών και εργαζομένων, έστω κι αν αυτά δεν αποτελούν όρους παροχής εργασίας. Με την έννοια αυτή περιλαμβάνει το σύνολο των θεμάτων που αφορούν τη θεσμική διάπλαση των σχέσεων εργασίας ή άλλως και θέματα που αποτελούν συνήθως αντικείμενο ατομικών συμφωνιών. Ως όρος εργασίας λοιπόν, πρέπει να θεωρηθεί ό,τι έχει σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την σύμβαση εργασίας και όχι μόνο οι κύριες υποχρεώσεις. Άλλωστε και η καλή πίστη μπορεί να θεωρηθεί ως αυτοτελής λόγος γένεσης ενοχής.

Ο Ν. 1876/90, με τη γενική διατύπωση του αρ. 2 &1, όσον αφορά τα θέματα που συνδέονται άμεσα με τις εργασιακές σχέσεις, και την περιπτωσιολογική αναφορά σε επιμέρους θέματα που γίνεται στις επόμενες παραγράφους, υιοθετεί προφανώς την ευρεία έννοια για τους όρους που καλύπτει κατ’ αρχήν το σύνολο των εργασιακών θεμάτων αμοιβαίου ενδιαφέροντος εργοδοτών και εργαζομένων. Με τη ρύθμιση αυτή σε συνδυασμό με την συνταγματική κατοχύρωση της συλλογικής αυτονομίας συνάγεται ο γενικότερος κανόνας ότι υπάρχει ένα τεκμήριο για το δυνατό περιεχόμενο των ΣΣΕ, σε θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος εργαζομένων και εργοδοτών, ατομικά ή συλλογικά, εργασιακά ή ασφαλιστικού περιεχομένου, που αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στις εργασιακές σχέσεις[21].

Στη διαμόρφωση αυτού του κανόνα συμβάλλει, όπως προαναφέρθηκε, η ευρεία διατύπωση του αρ. 2, με το σύνολο των επιμέρους παραγράφων του ίδιου άρθρου καθώς και η παρεχόμενη δυνατότητα για συνδυασμένη εφαρμογή τους. Αξιοποιώντας τη δυνατότητα αυτή, υποστηρίχτηκε στη θεωρία η άποψη- καταλήγοντας στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή τη δυνατότητα ρύθμισης της απαγόρευσης ανταγωνισμού με ΣΣΕ- ότι την πλέον πρόσφορη λύση στο πρόβλημα δίνει η συνδυασμένη εφαρμογή των αρ &1 και 4 του άρθρου 2 του Ν 1876/90. Το αρ. 2&4 αναφέρει ως δυνατό περιεχόμενο συλλογικών συμβάσεων εργασίας ζητήματα σχετικά με τη επιχειρηματική πολιτική, κατά το μέτρο όμως που αυτή επηρεάζει άμεσα τις εργασιακές σχέσεις. Η σύναψη συμφωνίας μη ανταγωνισμού σχετίζεται με την επιχειρηματική πολιτική του εργοδότη, γιατί ο ίδιος έχει συμφέρον να αποφύγει τον ανταγωνισμό του εργαζομένου και να προασπίσει με αυτό το τρόπο τα οικονομικά συμφέροντα της επιχείρησής του. Η ελευθερία του ανταγωνισμού αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εκφάνσεις της οικονομικής ελευθερίας. Με βάση αυτή ο εργοδότης επιχειρηματίας σχεδιάζει και αναπτύσσει τις δραστηριότητες του στη αγορά, δηλαδή στον χώρο που βρίσκεται έξω από την επιχείρηση. Έτσι, η συνομολόγηση ρητρών μη ανταγωνισμού αποτελεί δραστηριότητα επιχειρηματικής πολιτικής διότι αναφέρεται σε δραστηριότητες στην αγορά, δηλαδή εκτός του χώρου της επιχείρησης. Το συμφέρον της επιχείρησης μπορεί να επιβάλει γα παράδειγμα, την τήρηση των εμπορικών απορρήτων ή την διατήρηση ορισμένης πελατείας, που δεν προστατεύονται, κατ' αρχήν από τον νόμο περί αθέμιτου ανταγωνισμού.  Βέβαια αντικείμενο ρύθμισης με ΣΣΕ δεν θα αποτελεί αυτή καθ' εαυτή η επιχειρηματική πολιτική, αλλά οι συνέπειες της παράβασής τους, το ύψος της οικονομικής αντιπαροχής και άλλα θέματα.. Δηλαδή αντικείμενο της συλλογικής ρύθμισης δεν είναι τα ζητήματα καθ' εαυτά επιχειρηματικής πολιτικής, αλλά οι άμεσες συνέπειες που προκαλούν στις εργασιακές σχέσεις Οι οικονομικές αποφάσεις ανήκουν στη ευθύνη του εργοδότη, οι κοινωνικές επιπτώσεις στην ευθύνη των εκπροσώπων των εργαζομένων. Έτσι αντικείμενο της συλλογικής ρύθμισης θα είναι τελικά όροι εργασίας[22].

Έλεγχος νομιμότητας με βάση ΑΚ 179 και 281

Όπως προαναφέρθηκε οι ρήτρες ανταγωνισμού, καθώς από τη φύση τους περιορίζουν σοβαρά την επαγγελματική ελευθερία του εργαζομένου, εμπεριέχουν τον κίνδυνο υπέρμετρης δέσμευσης της ελευθερίας αυτής κι έτσι στο πλαίσιο του συστήματος ελέγχου του ΑΚ 179, διατρέχουν τον κίνδυνο  να θεωρηθούν ως καταδυναστευτικές. Η διαπίστωση πλήρωσης πραγματικού της ΑΚ 179 Ι -καταδυναστευτική (δεν αποκλείεται και η ΑΚ 179 ΙΙ- καταπλεονεκτική, ειδικά όσον αφορά την εκμετάλλευση ανάγκης) καθίσταται στην πράξη ιδιαίτερα δύσκολη επειδή η ρήτρα των χρηστών ηθών είναι ανελαστική και δύσκαμπτη, αφού αξιώνει εφαρμογή σε ακραίες οριακές καταστάσεις. Αυτό σημαίνει ότι ο μηχανισμός αυτός δεν διασφαλίζει στον εργαζόμενο την απαιτούμενη προστασία αφού στις περιπτώσεις που ναι μεν δεν έχει συμφωνηθεί μια καταφανής καταδυναστευτική σύμβαση, οι όροι όμως που έχουν συμφωνηθεί είναι προφανώς δυσμενείς, ο εργαζόμενος μένει απροστάτευτος. Το κατάλληλο λοιπόν νομοθετικό έρεισμα για την πραγμάτωση της επιβαλλόμενης και από το ίδιο το Σύνταγμα προστασίας του εργαζομένου από ανεπιεικείς συμβατικούς όρους παρέχει η διάταξη του αρ 281 ΑΚ. Χρησιμοποιώντας η ΑΚ 281 ως κριτήρια κατάχρησης, εκτός από τα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον σκοπό του δικαιώματος επιτρέπει μια δραστικότερη προστασία του εργαζομένου από αυτή που στηρίζεται στις ΑΚ 178, 179[23]. Η καλή πίστη σε σχέση με τα χρηστά ήθη αποτελεί αυστηρότερο κριτήριο ελέγχου (περιλαμβάνει και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό). Στόχος της, σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη, δεν είναι η τήρηση απλώς ενός «ηθικού ελαχίστου» αλλά η πραγμάτωση της ιδέας της επιείκειας, η αποφυγή «ανεπιεικών ρυθμίσεων ενόψει και των εκατέρωθεν δικαιολογημένων συμφερόντων των μερών»[24].

Ειδικότερα οι προϋποθέσεις κύρους της ρήτρας μη ανταγωνισμού[25]

1.Χρόνος ισχύος της απαγόρευσης

Το εύλογο του χρόνου αυτού προσδιορίζεται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, λαμβανομένης υπόψη της όλης οικονομίας της ρήτρας. Έτσι ως εύλογο χρονικό διάστημα θεωρείται βασικά εκείνο που κυμαίνεται από ένα έως δύο χρόνια.

Ο χρόνος αυτός εμπεριέχεται συχνά σε ρήτρες που προβλέπονται από ΣΣΕ, σε χώρες όπου υπάρχει τέτοια πρακτική. Εντούτοις οι ρήτρες αυτές δεν συναντώνται σε ΣΣΕ στην Ελλάδα. Το κενό αυτό σε συνδυασμό με την έλλειψη νομοθετικής πρόβλεψης καθιστά το ύψος του εύλογου χρόνου μέγεθος ασταθές και σχετικό συναρτώμενο με το σύνολο των λοιπών κριτηρίων και παραμέτρων και τη συμβολή καθενός από αυτά στην τελική εκτίμηση του κύρους της επίμαχης ρήτρας. Πάντως η όποια σχετικοποίηση του στοιχείου του εύλογου χρόνου δεν επιτρέπεται να υπερβεί τα επιβαλλόμενα από τη συναλλακτική καλή πίστη όρια. .

2.Τοπικό-γεωγραφικό πεδίο ισχύος της απαγόρευσης

Αντιστοίχως σχετική είναι και η έννοια του τοπικού- γεωγραφικού προσδιορισμού του πεδίου απαγόρευσης του ανταγωνισμού. Έτσι έγκυρη έχει θεωρηθεί και ρήτρα με διετή διάρκεια και περιορισμένη ζώνη επαγγελματικής απαγόρευσης χωρίς εντούτοις προσδιορισμό του τοπικού πεδίου ισχύος της και καταβολή εύλογης αποζημίωση.

Κρίσιμο πάντως κριτήριο θεωρείται το αν και κατά πόσο ο εργαζόμενος στο συγκεκριμένο τόπο, εθνικά ή υπερεθνικά προσδιορισμένο μπορεί να ανταγωνιστεί ουσιαστικά τον εργοδότη, λαμβανομένων υπόψη του είδους της εργασίας, της φύσης της επιχείρησης και της έκτασης της δραστηριότητας αυτής. Έτσι έχει κριθεί από το Γερμανικό Εργατικό Ακυρωτικό ως εύλογη, η επέκταση του τοπικού πεδίου ισχύος της ρήτρας στην Ευρώπη για το επάγγελμα του χημικού. Εύλογη, άλλωστε θα πρέπει να θεωρηθεί η επέκταση της απαγόρευσης στο εξωτερικό όταν η ανταγωνιστική δράση μπορεί κάλλιστα να πραγματοποιηθεί και εκεί[26]. Πολύ περισσότερο όταν ο εργαζόμενος είχε προηγουμένως εργαστεί στη συγκεκριμένη χώρα. Πάντως ορθά κρίθηκε ως άκυρη η ρήτρα  που φορούσε μηχανικό του Πολυτεχνείου ο οποίος αμέσως μετά την αποφοίτηση του άσκησε το επάγγελμα του μηχανικού συμβούλου σε θέματα οργάνωσης και διοίκησης  και απαγόρευε την άσκηση της επαγγελματικής αυτής δραστηριότητας σε ολόκληρη τη γαλλική επικράτεια για τρία χρόνια. Αυτό καθώς η επίμαχη ρήτρα δεν επέτρεπε στον εργαζόμενο να ασκήσει χωρίς σοβαρά εμπόδια την σύμφωνη με τις γνώσεις και εμπειρία του επαγγελματική δραστηριότητα.

3.Επαγγελματικό πεδίο ισχύος της απαγόρευσης

Αποτελεί αναμφισβήτητα το σημαντικότερο κριτήριο αξιολόγησης του κύρους της ρήτρας γιατί αφορά αμέσως την πληττόμενη από τη ρήτρα επαγγελματική ελευθερία. Βασικός αξιολογικός γνώμονας στη διαδικασία ελέγχου της νομιμότητας της ρήτρας μη ανταγωνισμού είναι η διασφάλιση της δυνατότητας κανονικής, δηλαδή χωρίς σοβαρά εμπόδια και σύμφωνα με τις γνώσεις και την εμπειρία του εργαζομένου, άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας. Πρέπει να ερευνηθεί αν και κατά πόσο ο  μέσος δραστήριος και προνοητικός εργαζόμενος μπορεί να υπερβεί τα εμπόδια και τις δυσκολίες για την εξεύρεση νέας απασχόλησης που οφείλονται στη ρήτρα.

4.Πρόβλεψη εύλογης αποζημίωσης

 Η πρόβλεψη ενός εύλογου χρηματικού ποσού- είτε με τη μορφή καταβολής πρόσθετων αμοιβών κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, είτε με τη μορφή πρόσθετης εφάπαξ αποζημίωσης κατά την απόλυση είτε, τέλος, μετά τη λήξη σύμβασης με τη μορφή καταβολής περιοδικής παροχής για όσο χρόνο διαρκεί η απαγόρευση του ανταγωνισμού ως αντισταθμίσματος του περιορισμού της επαγγελματικής δράσης του εργαζομένου[27]- διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον έλεγχο νομιμότητας της ρήτρας ιδιαίτερα όταν ο εργαζόμενος έχει αποδεχτεί έναν ευρύ σχετικά χρονικό, τοπικό και επαγγελματικό περιορισμό και οι δυνατότητες εναλλακτικής απασχόλησης είναι περιορισμένες. Εφόσον λοιπόν προβλέπεται ένα τέτοιο οικονομικό αντάλλαγμα και αυτό καλύπτει σε σημαντικό βαθμό τις δυσμενείς συνέπειες που προκαλεί στον εργαζόμενο, μπορεί να παίξει αποφασιστική επιρροή στην αξιολόγηση της ρήτρας ως νόμιμης. Ωστόσο η αναγνώριση της σημασίας του οικονομικού ανταλλάγματος στον έλεγχο της νομιμότητας των ρητρών μη ανταγωνισμού, δεν σημαίνει ότι το στοιχείο αυτό πρέπει να αναχθεί σε conditio sine qua non του κύρους των ρητρών αυτών. Κατά της απολυτοποίησης αυτής συνηγορούν τα ακόλουθα: α) το γεγονός ότι μια ρήτρα μη ανταγωνισμού προβλέπει οικονομικό αντάλλαγμα, όσο εύλογο και αν χαρακτηριστεί αυτό, δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι η ρήτρα είναι νόμιμη, β) Αναπόφευκτη είναι η in concreto σχετικοποίησή του καθώς είναι ευκόλως αντιληπτή η αξιολογική διαφορά μεταξύ της ρήτρας που αφορά εργαζόμενο με εξόχως εξειδικευμένη εργασία κι έτσι ιδιαίτερα περιορισμένες έως ανύπαρκτες δυνατότητες εναλλακτικής απασχόλησης και εκείνης που αφορά εργαζόμενο που οι επαγγελματικές του γνώσεις και εμπειρίες καθιστούν πιο εύκολη την εναλλακτική του απασχόληση. Επίσης αυτονόητο είναι ότι διαφορετική είναι η σημασία της αποζημίωσης σε περίπτωση κρίσης απασχόλησης από εκείνη που η αγορά εργασίας εμφανίζει δυναμική απορρόφησης πχ προβληματική η περίπτωση ως άκυρης ρήτρας μη ανταγωνισμού διευθύνοντος υπαλλήλου με υψηλή αναγνωσιμότητα και απορροφησιμότητα στην αγορά εργασίας και σημαντικά υψηλότερες από τις συνήθεις για τα καθήκοντά του καταβαλλόμενες αποδοχές κατά τον χρόνο λειτουργίας της εργασιακής του σύμβασης, επειδή δεν προβλέπει καταβολή αποζημίωσης, γ) Με την  πρόβλεψη οικονομικού ανταλλάγματος ο εργαζόμενος ουσιαστικά εκχωρεί στον εργοδότη ένα σημαντικό τμήμα της επαγγελματικής του ελευθερίας όσο και του δικαιώματος εργασίας. Η εμπορευματοποίηση αυτή γεννά ένα κρίσιμο νομικό προβληματισμό για το αν και κατά πόσο τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου που συνδέονται άρρηκτα με την προσωπικότητά του είναι δεκτικά χρηματικής αποτίμησης. Το δίκαιο μας φαίνεται καταρχήν να αποδέχεται μια χρηματική αποτίμηση της προσβολής της προσωπικότητας (ΑΚ59). Στην επίμαχη περίπτωση όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά γιατί πρόκειται για χρηματική αποτίμηση στο πλαίσιο συναλλαγής. Εξάλλου η πρόβλεψη ενός όχι απλώς εύλογου αλλά υψηλού τιμήματος θα μπορούσε να οδηγήσει σε εσφαλμένη εκτίμηση ότι η επίμαχη δέσμευση του εργαζομένου είναι θεμιτή ενώ στην πραγματικότητα είναι αθέμιτη με βάση την ΑΚ 179 Ι. Ο εργοδότης εξαγοράζει την ανάγκη διασφάλισης του δικαιολογημένου συμφέροντος της επιχείρησης καταβάλλοντας χρηματικό αντάλλαγμα τόσο μεγαλύτερο όσο ευρύτερη είναι η δέσμευσή του. Έτσι ορθότερος είναι ο χαρακτηρισμός της ως «αποζημίωσης βλάβης», αποκαταστατικής της μερικής αναστολής της ελευθερίας εργασίας κατά τη διάρκεια ισχύος της ρήτρας και της ενδεχόμενης εισόδου του στην ανεργία(ανάλογο με αποζημίωση καταγγελίας) και όχι ως αντιπαροχής του εργοδότη για την ανάληψη από τον εργαζόμενο της υποχρέωσης να παραλείψει, προς όφελος του εργοδότη ορισμένη δραστηριότητα. Πάντως ούτε η πρόβλεψή της καθιστά αυτομάτως τη ρήτρα έγκυρη ούτε η μη πρόβλεψή της συνεπάγεται χωρίς άλλο την ακυρότητά της. Βεβαίως κατά κανόνα η πρόβλεψη εύλογης αποζημίωσης αποτελεί μια ισχυρή ένδειξη υπέρ της νομιμότητας της ρήτρας[28].

5.Προστασία δικαιολογημένων συμφερόντων επιχείρησης και αρχή της αναλογικότητας

Α) Προστασία δικαιολογημένων συμφερόντων της επιχείρησης: Οι ρήτρες μη ανταγωνισμού επειδή από τη φύση τους αποτελούν μια σοβαρή παρέμβαση στην ελευθερία και το δικαίωμα εργασίας, πρέπει να θεωρούνται νόμιμες όλως εξαιρετικά. Συγκροτούν έτσι ένα συμβατικό καθεστώς «οιονεί έκτακτης ανάγκης».  Απαραίτητη λοιπόν προϋπόθεση για τη νομιμότητα τους είναι η επιτακτική και άμεση ανάγκη προστασίας των δικαιολογημένων συμφερόντων της επιχείρησης. Έτσι σε μια τέτοια περίπτωση η στάθμιση μεταξύ επιχειρηματικής ελευθερίας και ελευθερίας εργασίας οδηγεί στη  υπερίσχυση της πρώτης. Το δικαιολογημένο συμφέρον της επιχείρησης αποτελεί τη πρωταρχική προϋπόθεση νομιμότητας. Έτσι ούτε το εύλογο της διάρκειας, ούτε το εύλογο της γεωγραφικής και επαγγελματικής έκτασης της δέσμευσης αρκούν για να κριθεί νόμιμη η ρήτρα αν δεν διακριβωθεί η ανάγκη προστασίας των συμφερόντων της επιχείρησης.

Β) Αρχή αναλογικότητας: Η αρχή αυτή αξιώνει την αναγκαιότητα και προσφορότητα της δέσμευσης του εργαζομένου για την επίτευξη της προστασίας του εργοδότη κι έτσι την αποτροπή δυσαναλογίας μεταξύ δικαιώματος του εργαζομένου και περιορισμού του. Η εφαρμογή της αρχής αυτής δεν επιτρέπει την κατά τρόπο ανεπιεική και άδικο δυσχέρανση της επαγγελματικής εξέλιξης του εργαζομένου έστω κι αν υφίσταται ένα δικαιολογημένο συμφέρον της επιχείρησης.

Η διαπίστωση λοιπόν, ότι η συγκεκριμένη ρήτρα μη ανταγωνισμού υπηρετεί πράγματι, την προστασία δικαιολογημένων επαγγελματικών συμφερόντων του εργοδότη δεν σημαίνει ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να υποχωρήσουν τα συμφέροντα του εργαζομένου που θίγονται από την ρήτρα αυτή. Η καλή πίστη, επιβάλλει περαιτέρω να ελεγχτεί μήπως η επαγγελματική ελευθερία του εργαζομένου περιορίζεται περισσότερο από ό,τι είναι αναγκαίο για την προστασία των συμφερόντων του εργοδότη. Ρήτρες, σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύεται γενικά στον εργαζόμενο ο ανταγωνισμός για το μετά τη λύση της σύμβασης διάστημα είναι ανίσχυρες . Επίσης, λόγος για δικαιολογημένα επαγγελματικά συμφέροντα του εργοδότη δεν μπορεί να γίνει, όταν πρόθεση του εργοδότη είναι να δεσμεύσει τον εργαζόμενο με σκοπό να εμποδίσει την επαγγελματική του εξέλιξη, χωρίς να θίγονται από τη δραστηριότητα του εργαζομένου δικά του ανταγωνιστικά συμφέροντα. Ούτε απλώς το συμφέρον του εργοδότη να στερήσει γενικά, από τους ανταγωνιστές του τις υπηρεσίες του εργαζομένου και γενικότερα να περιορίσει ανεπιθύμητο για αυτόν ανταγωνισμό αρκούν για να θεμελιώσουν ένα δικαιολογημένο και άξιο προστασίας συμφέρον του εργοδότη. Εφόσον η σχετική ρήτρα στοχεύει στην προστασία του εργοδότη από επαγγελματική βλάβη, που μπορεί να προκύψει από μια ενδεχόμενη μελλοντική ανταγωνιστική δραστηριότητα του εργαζομένου, πρέπει ο σκοπός αυτός να αντανακλάται στο περιεχόμενο της απαγόρευσης. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει συγκεκριμένη σχέση μεταξύ προηγούμενης απασχόλησης και της προβλεπόμενης νέας δραστηριότητας, ώστε ο εργαζόμενος να είναι πράγματι σε θέση, με την ανταγωνιστική του δραστηριότητα, να παραβλάψει συμφέροντα του εργοδότη (διάδοση επαγγελματικών μυστικών, μεθόδων εργασίας, απόσπασης πελατείας κ.α). Μόνο τότε μπορεί να γίνει λόγος για διακινδύνευση συμφερόντων του εργοδότη.

Δικαιολογημένο συμφέρον λοιπόν, είναι δεδομένο όταν ο εργαζόμενος σε ένα συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας απέκτησε στον προηγούμενο εργοδότη του ειδικές γνώσεις και ικανότητες και με την αξιοποίηση ακριβώς των γνώσεων και ικανοτήτων αυτών, είναι σε θέση να βλάψει ανταγωνιστικά τον εργοδότη στο μέλλον. Αντίθετα δεν πρέπει να  αναγνωρίσουμε στον εργοδότη δικαιολογημένο επαγγελματικό συμφέρον, στην περίπτωση που ο εργαζόμενος, με τη ρήτρα μη ανταγωνισμού, περιορίζεται σε ένα τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, στον οποίο ουδέποτε απασχολήθηκε στον εργοδότη του ούτε είχε τη δυνατότητα  πρόσβασης σε αυτόν, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποιες εξειδικευμένες γνώσεις που ενδεχομένως απέκτησε.

 

[2] Τραυλός- Τζανετάτος Δ., Η μετασυμβατική απαγόρευση του ανταγωνισμού στο εργατικό δίκαιο, 2005, σελ. 15 επ.        

[5] Ζερδελής Δ., Ρήτρες απαγόρευσης ανταγωνισμού για το μετά τη λύση της σύμβασης διάστημα, ΕΕΔ, 62, 2003, σελ 404

[6] Λιούρδης Δ., Οι ρήτρες απαγόρευσης ανταγωνισμού για το μετά τη λύση της εργασιακής συμβάσεως διάστημα, ΔΕΝ 59, 2003, σελ. 337-338

[7] Ληξουριώτης, ΕΕΔ 52, 1993, σελ. 910

[8] Λιούρδης Δ., Οι ρήτρες απαγόρευσης ανταγωνισμού για το μετά τη λύση της εργασιακής συμβάσεως διάστημα, ΔΕΝ 59, 2003, σελ. 338

[9] Ληξουριώτης, ΕΕΔ 52, 1993, σελ. 911-912

[10]  Ληξουριώτης, ΕΕΔ 52, 1993, σελ. 912-913

[11] Τραυλός- Τζανετάτος Δ., Η μετασυμβατική απαγόρευση του ανταγωνισμού στο εργατικό δίκαιο, 2005, σελ. 33 επ.

[12] Λιούρδης Δ., Οι ρήτρες απαγόρευσης ανταγωνισμού για το μετά τη λύση της εργασιακής συμβάσεως διάστημα, ΔΕΝ 59, 2003, σελ. 340

[13] Ληξουριώτης, ΕΕΔ 52, 1993, σελ. 913

[14] Τραυλός- Τζανετάτος Δ., Η μετασυμβατική απαγόρευση του ανταγωνισμού στο εργατικό δίκαιο, 2005, σελ. 37 επ.

[17] Οι ΣΣΕ υπό το νομοθετικό καθεστώς του Ν. 3239/55 είχαν ως αποκλειστικό αντικείμενο τη ρύθμιση των όρων, συνθηκών και αμοιβής της εργασίας που έπρεπε να αποτελούν το περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας. Αποκλείονταν έτσι από το αντικείμενο των ΣΣΕ ζητήματα όπως ο κανονισμός εργασίας, θέματα κοινωνικής πολιτικής κ.α. Αντίθετα με τον Ν. 1876/90 υπάρχει δυνατότητα ρύθμισης με ΣΣΕ κάθε θέματος που αφορά γενικά τις σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας και όχι μόνο θέματα που πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας. Περιεχόμενο δηλαδή. ΣΣΕ μπορεί να είναι τόσο ζητήματα σχετικά με τους όρους εργασίας, τη σύναψη και τη λήξη αυτής, όσο και ζητήματα που αναφέρονται στην άσκηση επιχειρηματικής πολιτικής που επηρεάζει τις εργασιακές σχέσεις κ.α

[18] Υπέρ αυτής της άποψης βλ. Χριστοφορίδης, Αι ρήτραι περί μη ανταγωνισμού εις το εργατικόν δίκαιον, σε: Αφιέρωμα εις Αλ. Τσιριντάνην, 1980, σελ. 94 υπό το καθεστώς όμως του Ν. 3239/1955

[19] Ληξουριώτης, ΕΕΔ 52, 1993, σελ. 914

[20] Τραυλός- Τζανετάτος Δ., Η μετασυμβατική απαγόρευση του ανταγωνισμού στο εργατικό δίκαιο, 2005, σελ. 55

[21] Κουκιάδης Ι, Εργατικό Δίκαιο, Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα- Θεσσαλονίκη, 1999, σελ. 218 επ.

[22] Λιούρδης Δ., Οι ρήτρες απαγόρευσης ανταγωνισμού για το μετά τη λύση της εργασιακής συμβάσεως διάστημα, ΔΕΝ 59, 2003, σελ. 349-350

[23] Τραυλός- Τζανετάτος Δ., Η μετασυμβατική απαγόρευση του ανταγωνισμού στο εργατικό δίκαιο, 2005, σελ. 511-512

[24] Ζερδελής Δ., Ελευθερία και έλεγχος στο δίκαιο της ατομικής σύμβασης εργασίας, Η προστασία του μισθωτού από καταχρηστικούς συμβατικούς όρους, ΕΕΔ, 62, 2003, σελ  343

[25] Τραυλός- Τζανετάτος Δ., Η μετασυμβατική απαγόρευση του ανταγωνισμού στο εργατικό δίκαιο, 2005, σελ. 53 επ.

[26] Η θεώρηση μιας ρήτρας ως νόμιμης, αν και το τοπικό πεδίο ισχύος εκτείνεται πέραν των εθνικών συνόρων, δεν πρέπει να εκπλήσσει καθώς υφίσταται την έντονη επιρροή της προϊούσας τάσης διεθνοποίησης του ανταγωνισμού στο πλαίσιο μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, Τραυλός- Τζανετάτος Δ., Η μετασυμβατική απαγόρευση του ανταγωνισμού στο εργατικό δίκαιο, 2005, σελ. 59

[27] Ληξουριώτης, ΕΕΔ 52, 1993, σελ. 913

[28] Αν θεωρηθεί αντιπαροχή μισθολογικού χαρακτήρα τα «αλλαχού κερδηθέντα», εκπίπτουν από την προβλεπόμενη αποζημίωση καθώς σκοπός της ρήτρας δεν είναι ο πλουτισμός του εργαζομένου (ΑΚ 656). Αν όμως χαρακτηριστεί ως αποζημίωση βλάβης προστίθενται σε αυτήν

Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. All rights reserved.

Απαγορεύεται η αντιγραφή, αποθήκευση και διανομή της παρούσας εργασίας (Τμήμα Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών), εξ ολοκλήρου ή τμήματος αυτής, για εμπορικό σκοπό. Επιτρέπεται η ανατύπωση, αποθήκευση και διανομή για σκοπό μη κερδοσκοπικό, εκπαιδευτικής ή ερευνητικής φύσης, υπό την προϋπόθεση να αναφέρεται η πηγή προέλευσης,το όνομα του συγγραφέα και να διατηρείται το παρόν μήνυμα.