Έννοια, περιεχόμενο και ιδιομορφία του δικαίου βιομηχανικής ιδιοκτησίας

Το δίκαιο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας μπορεί να ορισθεί ως το σύνολο των κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν την οικονομική δραστηριότητα του προσώπου, αφενός αναγνωρίζοντας υπέρ αυτού δικαιώματα σε άυλα αγαθά και αφετέρου οριοθετώντας τη δραστηριότητά του αυτή. Ειδικότερα πρόκειται για το σύνολο των κανόνων που προστατεύουν τις τεχνικές και αισθητικές δημιουργίες (ευρεσιτεχνία, υποδείγματα χρησιμότητας, βιομηχανικά υποδείγματα ή σχέδια) και τα διακριτικά γνωρίσματα (επωνυμία, διακριτικό τίτλο, έμβλημα, σήμα, ενδείξεις τοπικής προέλευσης κλπ). Σύμφωνα με μερίδα της θεωρίας, στο δίκαιο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας εντάσσεται ο αθέμιτος και ο ελεύθερος ανταγωνισμός .
Η ιδιομορφία του δικαίου αυτού έγκειται στο γεγονός ότι τα αντικείμενα τα οποία προστατεύει εμφανίζονται ως ασώματα και ειδικότερα ως άυλα αγαθά. Σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία περί εξουσιαστικού δικαιώματος, το άυλο αγαθό εντάσσεται στην περιουσία ενός προσώπου, δημιουργώντας ανάμεσα στον φορέα του δικαιώματος και στο άυλο αγαθό άμεσο νομικό δεσμό, παρόμοιο με το δεσμό της κυριότητας πάνω στο πράγμα. Παρέχεται έτσι στο φορέα τους εξουσία άμεση και απόλυτη. Κατά συνέπεια, ο φορέας του δικαιώματος έχει εξουσία εκμετάλλευσης και εξουσία να προστατεύεται έναντι πράξεων τρίτων που συνιστούν αμφισβήτηση της αποκλειστικής του εξουσίας (απομιμήσεων και χωρίς άδεια εκμεταλλεύσεων του προστατευόμενου αντικειμένου), να αποκλείει τρίτους από τη χρήση και να ασκεί τις σχετικές αγωγές .
Σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας προσβολής άυλου αγαθού- αντικειμένου του απολύτου δικαιώματος της βιομηχανικής ιδιοκτησίας ή απλώς του προστατευόμενου έννομου συμφέροντος στο δίκαιο του ανταγωνισμού, χορηγείται από τις σχετικές διατάξεις, αξίωση προς αποζημίωση. Νομοτεχνικά για την αποκατάσταση της ζημίας απαιτείται η συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων που είναι κοινές σε κάθε περίπτωση -παράνομη προσβολή, υπαιτιότητα και αιτιώδης σύνδεσμος.  Η προσβολή ωστόσο των άυλων αγαθών παρουσιάζει ιδιαιτερότητα καθώς εξαιτίας της φύσης του αντικειμένου τους είναι ευχερέστερη η προσβολή τους και καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής ο υπολογισμός και η απόδειξη της ζημίας, όπως θα δούμε αναλυτικά στη συνέχεια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, πολλές φορές ο προσβληθείς- δικαιούχος να μένει απροστάτευτος και ο προσβολέας- τρίτος να εκμεταλλεύεται δικαίωμα άλλου χωρίς συνέπειες. Έτσι λοιπόν, το ζήτημα που τίθεται, αναφορικά με τις διατάξεις της βιομηχανικής ιδιοκτησίας που παρέχουν αξίωση προς αποζημίωση, δεν είναι τόσο ζήτημα αποκάλυψης των προϋποθέσεων υπό τις οποίες παρέχεται η αξίωση αυτή όσο προσδιορισμού της ζημίας που πρέπει να αποκατασταθεί . Στο πλαίσιο αυτό, με την παρούσα μελέτη θα γίνει προσπάθεια να εντοπίσουμε τις δυσχέρειες που ανακύπτουν στην προσπάθεια προσδιορισμού της ακριβούς έκτασης της ζημίας με την εφαρμογή των γενικών διατάξεων του ΑΚ 297-298. Παράλληλα θα γίνει αναφορά στην κρατούσα στη θεωρία άποψη καθώς επίσης και στις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις, με στόχο την αποκάλυψη των πλεονεκτημάτων και  μειονεκτημάτων των προτεινόμενων κάθε φορά λύσεων.  

Το πρόβλημα του υπολογισμού της ζημίας στην βιομηχανική ιδιοκτησία

Α. Ο υπολογισμός της ζημίας με βάση τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ

Για την προστασία των άυλων αγαθών προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις, εκτός από την αξίωση για άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον και η αξίωση για την αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστη ο δικαιούχος από την παράνομη προσβολή. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας στα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας, εφαρμοστέες είναι οι γενικής ισχύος διατάξεις του ΑΚ 297 και 298 . Αποκαθίσταται δηλαδή η συγκεκριμένη ζημία (θετική ή αποθετική) που υπέστη ο προσβληθείς- δικαιούχος.
Ενώ όμως ο εν λόγω τρόπος υπολογισμού είναι ο πιο αποδοτικός, αφού αποσκοπεί στην πλήρη αποκατάσταση της ζημίας  που προκλήθηκε από την προσβολή του άυλου αγαθού, στην πράξη συναντάμε αξεπέραστες δυσκολίες ως προς την απόδειξη της πραγματικής ζημίας και τον προσδιορισμό της έκτασής της. Στο σημείο αυτό ενδείκνυται η περιπτωσιολογική προσέγγιση του ζητήματος ανάλογα με το αν ο προσβληθείς- δικαιούχος αξιώνει την αποκατάσταση της θετικής ή αποθετικής του ζημίας.

Θετική ζημία

Κατά κανόνα η θετική ζημία συνίσταται στο γεγονός ότι από την προσβολή ελαττώθηκε ο κύκλος εργασιών του δικαιούχου, με αποτέλεσμα τη μείωση των κερδών του. Ακόμη συνίσταται στις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο δικαιούχος λόγω της προσβολής. Για παράδειγμα στη θετική ζημία του δικαιούχου περιλαμβάνονται οι δαπάνες για να εντοπίσει τον προσβολέα, τα έξοδα για τη δικαστική δίωξη του δράστη και οι δαπάνες δημοσίευσης ανακοινώσεων προς αποτροπή ή άρση του κινδύνου σύγχυσης στην αγορά εξαιτίας της προσβολής .
Θετική ζημία έχουμε επίσης όταν μειώνεται η φήμη του προσβαλλόμενου άυλου αγαθού. Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν λ.χ ο εναγόμενος με το προσβαλλόμενο διακριτικό γνώρισμα, κυκλοφόρησε προϊόντα χαμηλής ποιότητας, τα οποία θα μπορούσαν να αποδοθούν από τον καταναλωτή στην επιχείρηση του ενάγοντα ή και στην επιχείρηση του εναγομένου αλλά που θα δημιουργούνταν η εντύπωση ότι αυτός βρίσκεται σε οικονομική συνεργασία με τον ενάγοντα. Αυτό έχει ως επακόλουθο τη μείωση της επιχειρηματικής φήμης του δικαιούχου που μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στη μείωση της “εμπορικής αξίας” της επιχείρησης . Πρόκειται για μορφή θετικής ζημίας η οποία μπορεί να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και δεν μπορεί εύκολα να υπολογιστεί.
Για τον υπολογισμό της περιουσιακής ζημίας σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις εφαρμόζεται η θεωρία της διαφοράς, η οποία ισχύει και στον χώρο των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, κατά την οποία γίνεται σύγκριση μεταξύ της πραγματικής περιουσιακής κατάστασης (τωρινής) και της υποθετικής, δηλαδή εκείνης που θα υπήρχε αν δεν μεσολαβούσε η πράξη προσβολής του δικαιώματός του.  Η σύγκριση όμως αυτή καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής αν όχι ανέφικτη, καθώς λόγω ακριβώς της φύσης του προσβληθέντος αγαθού, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποτιμηθεί χρηματικά η αξία του .  Έτσι λοιπόν από τη σύγκριση της περιουσίας του δικαιούχου πριν και μετά την προσβολή του άυλου αγαθού δε θα προέκυπτε κάποια διαφορά και επομένως θα έπρεπε κανονικά να αποκλειστεί η αξίωση αποζημίωσης λόγω μη ύπαρξης ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά του προσβολέα θα έμενε έτσι χωρίς συνέπειες, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιαστούν οι περιπτώσεις προσβολής άυλων αγαθών αφού λόγω των ανυπέρβλητων δυσκολιών υπολογισμού και απόδειξης της ύπαρξης της ζημίας σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, θα απορριπτόταν η αξίωση αποζημίωσης.

Διαφυγόν κέρδος

  Διαφυγόν κέρδος που προκλήθηκε από την προσβολή αγαθών της βιομηχανικής ιδιοκτησίας έχουμε όταν μειώνονται τα κέρδη του δικαιούχου, τα οποία θα επέρχονταν με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως σύμφωνα με τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (π.χ συμμετοχή σε εκθέσεις, διαφήμιση, επενδύσεις, δημιουργία δικτύου διάθεσης της παροχής). Η αποθετική του ζημία δηλαδή συνίσταται στο κέρδος που θα επιτύγχανε ο δικαιούχος εάν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός και δεν πρέπει να ταυτίζεται με το κέρδος ή τις εισπράξεις του προσβολέα, οι οποίες αποτελούν απλώς ενδείξεις για τον υπολογισμό του διαφυγόντος κέρδους του δικαιούχου .
Μία σοβαρή ένδειξη διαφυγόντος κέρδους μπορεί να αποτελέσει η μείωση των ακαθάριστων εσόδων  του δικαιούχου η οποία μπορεί να αποδειχθεί από τη σύγκριση αυτών πριν και μετά την προσβολή, όπως προκύπτουν από τα λογιστικά του βιβλία . Η απόδειξη όμως της μείωσης των ακαθάριστων εσόδων δεν αρκεί, καθώς ο δικαιούχος θα πρέπει να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πράξης της προσβολής και του διαφυγόντος κέρδους. Κι αυτό γιατί η μείωση των ευκαιριών διάθεσης της παροχής του δικαιούχου, εξαιτίας της οποίας διέφυγαν κέρδη, δεν οφείλεται απαραίτητα στην προσβολή . Το ακριβές λοιπόν ύψος του διαφυγόντος κέρδους δεν μπορεί να προβλεφθεί με ασφάλεια εκ των προτέρων αφού πολλές φορές επηρεάζεται από αστάθμητους παράγοντες.
Το πρόβλημα καθίσταται πιο σαφές αν ανατρέξουμε σε μία συνηθισμένη περίπτωση προκλήσεως διαφυγόντος κέρδους όπως είναι ο τραυματισμός εργαζομένου σε αυτοκινητικό ατύχημα και η αδυναμία του να εργαστεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Στην περίπτωση αυτή προκειμένου να υπολογίσουμε το ύψος του διαφυγόντος κέρδους που προκύπτει από την αποστέρηση της δυνατότητας του εργαζομένου να εργαστεί, θα λάβουμε υπόψη τις έως τώρα αποδοχές του εργαζομένου ή όσες αποκερδαίνει ένας μέσος εργαζόμενος με τα δικά του προσόντα, στην ίδια θέση. Υπάρχει λοιπόν εν προκειμένω μία σταθερή βάση για να υπολογίσουμε το διαφυγόν κέρδος. Στην περίπτωση όμως προσβολής ενός άυλου αγαθού είναι επισφαλής η σύγκριση με ομοειδείς περιπτώσεις για την ανεύρεση των πιθανών κερδών ενώ είναι πιθανό να μην έχει διαμορφωθεί ακόμα σχετική αγορά για το αγαθό. Είναι λοιπόν σχεδόν αδύνατο να εκτιμήσουμε εκ των προτέρων ότι η εκμετάλλευση του άυλου αγαθού, αν δεν είχε μεσολαβήσει η πράξη της προσβολής, θα επέφερε συγκεκριμένα κέρδη στην επιχείρηση ή θα προσέλκυε ορισμένο αριθμό πελατών. Και ο πιο έμπειρος manager θα δίσταζε να προβεί σε τέτοια πρόβλεψη καθώς η αγορά δεν ακολουθεί πάντα τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αλλά συχνά επηρεάζεται από οικονομικούς, κοινωνικούς και άλλους παράγοντες (π.χ έντονος ανταγωνισμός από τρίτους, μεταβολή στις συνθήκες της αγοράς, οικονομική κρίση) οι οποίοι δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν εκ των προτέρων και οι οποίοι μπορεί να έχουν συντελέσει στη μείωση των κερδών. Εξαιτίας λοιπόν των πολύπλοκων παραγόντων που καθορίζουν τη λειτουργία μιας επιχείρησης καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι όσο πιο μικρή είναι μια επιχείρηση τόσο πιο εύκολος θα είναι και ο προσδιορισμός του διαφυγόντος κέρδους.
Επίσης σοβαρή ένδειξη για τη ύπαρξη διαφυγόντος κέρδους αποτελεί και η αύξηση των ακαθάριστων εσόδων του προσβολέα. Απαραίτητη και σε αυτή την περίπτωση είναι η απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προσβολής του άυλου αγαθού και της αύξησης αυτής. Αν λοιπόν η αύξηση των ακαθάριστων εσόδων του προσβολέα αντιστοιχεί περίπου στη μείωση των ακαθάριστων εσόδων του δικαιούχου, τότε είναι πολύ πιθανό να προκλήθηκε από την προσβολή του άυλου αγαθού. Επίσης μεγάλη πιθανότητα ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προσβολής και της αύξησης των ακαθάριστων εσόδων του προσβολέα υπάρχει, όταν ο δικαιούχος είχε τη μονοπωλιακή εκμετάλλευση του προσβληθέντος αγαθού ή όταν τα ποιοτικά και τεχνικά χαρακτηριστικά του είναι μοναδικά. Αντίθετα αν στη συγκεκριμένη αγορά υπάρχουν και άλλοι ανταγωνιστές ή όταν η αύξηση οφείλεται και στις ικανότητες και την επιχειρηματική οργάνωση του προσβολέα η πιθανότητα είναι μικρή .
Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο στην περίπτωση που ο δικαιούχος δεν επιθυμεί να εκμεταλλευτεί το δικαίωμά του για κάποιο δικό του λόγο ή θέλει να το εκμεταλλευτεί σε μεταγενέστερο χρόνο, οπότε και πιστεύει ότι οι όροι του ανταγωνισμού θα του εγγυηθούν την υψηλότερη αποδοτικότητά. Εξίσου προβληματική είναι και η περίπτωση που δεν έχει διαμορφωθεί ακόμα σχετική αγορά για την εκμετάλλευση του αντίστοιχου δικαιώματος ή ο δικαιούχος δεν διαθέτει τα οικονομικά μέσα ή την επιχειρηματική οργάνωση για να προβεί στην εκμετάλλευση αυτή. Στις περιπτώσεις αυτές δεν μπορεί να γίνει καν λόγος για διαφυγόν κέρδος γιατί αυτό προϋποθέτει ότι χωρίς την προσβολή θα ήταν δυνατή μία αντίστοιχη εκμετάλλευση από τον ίδιο τον δικαιούχο ή τον αδειούχο αφού αλλιώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για κέρδος που «προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων». Λείπει δηλαδή η πραγματική δυνατότητα ή η πρόθεση εκμετάλλευσης του δικαιώματός του από τον δικαιούχο, στοιχεία απαραίτητα προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η προσδοκία που αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του κατά την ΑΚ 298 εδ β .

Παρατηρήσεις σχετικά με την εφαρμογή των γενικών διατάξεων- Αδυναμίες των ΑΚ 297-298

Αν εφαρμοστούν οι γενικές διατάξεις, ο δικαιούχος θα πρέπει επικαλεστεί στην αγωγή του και να αποδείξει, εκτός από την πράξη προσβολής, την πρόκληση ζημίας σε βάρος της περιουσίας του, το είδος της ζημίας, τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε ενδεχομένως λάβει για την εκμετάλλευση του άυλου αγαθού του, να προσδιορίσει την έκτασή της, την επιρροή που θα έχει στην αγορά, ιδίως τη σύγχυση που θα προκαλέσει στους αγοραστές καθώς και τις ματαιωθείσες λόγω της προσβολής συμβάσεις.
Στη νομολογία μας συναντάμε πλήθος αποφάσεων που απορρίπτουν τις αγωγές των εναγόντων- δικαιούχων ως αόριστες επειδή δεν κατάφεραν να αποδείξουν τα προαναφερθέντα.  Μία από τις αποφάσεις που δέχονται την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω διαφυγόντος κέρδους είναι αυτή του Αρείου Πάγου 1965/200. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, προσδιόριζαν στην αγωγή τους την αποζημίωση που ζητούσαν να τους επιδικασθεί λόγω διαφυγόντος κέρδους, ως συγκεκριμένο ποσοστό καθαρού κέρδους επί της αξίας, ήτοι της αγοραίας τιμής (στην οποία κατά νόμον περιλαμβανόταν και ο οικείος ΦΠΑ) δύο μηχανημάτων, τα οποία, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα είχαν κατασκευάσει και πωλήσει οι ίδιοι, αν δεν μεσολαβούσε η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων. Κατάφεραν έτσι οι αιτούμενοι να προσδιορίσουν την αποζημίωση με βάση ένα αριθμητικό μέγεθος (όπως είναι και η αγοραία τιμή ενός προϊόντος σε ορισμένο τόπο και χρόνο) το οποίο, κατά την κοινή περί τούτου αντίληψη και το συνήθως συμβαίνον, είναι ή δύναται να γίνει γνωστό στους συναλλασσομένους του επαγγελματικού χώρου των διαδίκων και κυρίως εκείνου του αντιδίκου και έτσι, να είναι περαιτέρω δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής εκτίμησης και απόδειξης.
Η δυσκολία που αντιμετωπίζουμε ως προς τον υπολογισμό της ζημίας που οφείλεται κυρίως στη φύση των δικαιωμάτων της βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Τα σχετικά δικαιώματα έχουν ως αντικείμενο ένα αγαθό που ο πυρήνας τους εντοπίζεται στην προοπτική της οικονομικής εκμετάλλευσή τους. Η ζημία του δικαιούχου δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας έγκειται στην ματαίωση των προοπτικών οικονομικής τους εκμετάλλευσης. Η οικονομική αξία των δικαιωμάτων αυτών καθορίζεται από την προοπτική αυτή και όχι από το αγαθό καθαυτό όπως συμβαίνει στα ενσώματα αντικείμενα. Σε αντίθεση με το δικαίωμα της κυριότητας επί υλικού πράγματος, ο δικαιούχος του σήματος, ευρεσιτεχνίας κλπ δεν στερείται τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί ο ίδιος παράλληλα προς τον προσβολέα το προσβαλλόμενο δικαίωμα. Εκ παραλλήλου το δικαίωμα δεν στερείται την ουσία του, δεν αναλώνεται με τη ξένη χρήση, πράγμα που θα μπορούσε ποσοτικά να υπολογιστεί. Προκειμένου λοιπόν να μπορέσουμε να προσδιορίσουμε την έκταση της ζημίας του δικαιούχου, θα πρέπει να αποτιμηθούν ποσοτικά οι προοπτικές οικονομικής εκμετάλλευσης του δικαιώματος, πράγμα το οποίο είναι σχεδόν αδύνατο. Η θεωρία της διαφοράς η οποία διακρίνεται από αυτή την ποσοτικά προσδιοριζόμενη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης πριν και μετά την προσβολή δε θα μας βοηθήσει στην περίπτωση προσβολής άυλου αγαθού, όπου ο καθένας μπορεί να το χρησιμοποιήσει με ή χωρίς την άδεια του δικαιούχου .
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι με την εφαρμογή των γενικών διατάξεων (ΑΚ 297-298) στον χώρο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας αντιμετωπίζουμε τεράστιες αποδεικτικές δυσχέρειες, γεγονός το οποίο καθιστά αμφίβολη την αποτελεσματικότητα της προστασίας που παρέχεται με αυτές. Για το λόγο αυτό τόσο η θεωρία όσο και ο νομοθέτης προσέγγισαν το ζήτημα από άλλη σκοπιά, προτείνοντας νέους τρόπους υπολογισμού της ζημίας.

Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. All rights reserved.

Απαγορεύεται η αντιγραφή, αποθήκευση και διανομή της παρούσας εργασίας (Τμήμα Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών), εξ ολοκλήρου ή τμήματος αυτής, για εμπορικό σκοπό. Επιτρέπεται η ανατύπωση, αποθήκευση και διανομή για σκοπό μη κερδοσκοπικό, εκπαιδευτικής ή ερευνητικής φύσης, υπό την προϋπόθεση να αναφέρεται η πηγή προέλευσης,το όνομα του συγγραφέα και να διατηρείται το παρόν μήνυμα.