Αποζημίωση για στέρηση διατροφής σε περίπτωση θανάτωσης

Α. Δικαιούχοι της αποζημίωσης

Δικαιούχος της αποζημίωσης για στέρηση διατροφής ή συνεισφοράς είναι αυτός που δυνάμει νόμου δικαιούταν να απαιτήσει συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες, δηλαδή οι σύζυγοι που συμβιούσαν κατά τον προ της θανάτωσης χρόνο (επί διαστάσεως συζύγων δεν νοείται παροχή υπηρεσιών ως τμήματος της συνεισφοράς αλλά οφείλεται διατροφή καταβαλλόμενη μηνιαίως σε χρήμα κατά την ΑΚ 1391), οι ανιόντες και κατιόντες κατ’ ευθεία γραμμή (οι γονείς, τα τέκνα και το κυοφορούμενο κατά το χρόνο θανάτωσης του πατέρα του, ο πάππος, η μάμμη) και εκ πλαγίου (τα αδέλφια), τα τέκνα που γεννήθηκαν χωρίς γάμο των γονέων τους και αναγνωρίστηκαν εκούσια ή δικαστικά απέναντι στους δύο γονείς και στους συγγενείς τους (ΑΚ 1484), τα τέκνα που γεννήθηκαν αρχικά χωρίς γάμο των γονιών τους οι οποίοι όμως μεταγενέστερα τέλεσαν γάμο (ΑΚ 1473), τα τέκνα που γεννήθηκαν χωρίς γάμο της μητέρας τους απέναντι στην ίδια και τους συγγενείς της (ΑΚ 1463&2 εδ. α) καθώς και αυτά που γεννήθηκαν από γάμο που ακυρώθηκε (ΑΚ 1382) ή που υιοθετήθηκαν απέναντι αυτού που τα υιοθέτησε και των συγγενών του (ΑΚ 1561)2. Η αξίωση αποζημίωσης για στέρηση συνεισφοράς από τον άλλο σύζυγο ή της διατροφής είναι αυτοτελής αξίωση ανεξάρτητη από την κληρονομία. Ο δικαιούχος δεν χρειάζεται να είναι κληρονόμος. Διατηρεί συνεπώς την αξίωση έστω κι αν αποποιείται την κληρονομία.

Β. Προϋποθέσεις της αξίωσης αποζημίωσης

  Προκειμένου να θεμελιωθεί η αξίωση αποζημίωσης για στέρηση του δικαιώματος διατροφής πρέπει η έννομη σχέση βάσει της οποίας ο θανατωθείς υποχρεούταν να δώσει την διατροφή να υπήρχε ήδη κατά το χρόνο του θανάτου ή, αν αυτός επήλθε συνεπεία τραυματισμού, κατά τον τραυματισμό. Αν ο μνηστήρας που τραυματίστηκε, μετά τον τραυματισμό του και πριν το θάνατό του τελέσει γάμο με τη μνηστή του, η δεύτερη δεν έχει αξίωση αποζημίωσης για στέρηση διατροφής. Αν κατά το χρόνο της θανάτωσης ενός ή και των δύο γονέων το τέκνο ήταν συνειλημένο και ακολούθως γεννηθεί ζωντανό, τότε αυτό έχει δικαίωμα αποζημίωσης. Όμως δεν ισχύει το ίδιο αν το τέκνο συνελήφθη κατά το μεταξύ του τραυματισμού και της θανάτωσης χρονικό διάστημα.
Γίνεται δεκτό ότι δεν είναι απαραίτητο κατά το χρόνο του θανάτου να υπάρχει η προς διατροφή υποχρέωση, αλλά αρκεί ότι αυτή θα γεννιόταν στο κοντινό μέλλον με πιθανότητα βάσει της υπάρχουσας συγγενικής σχέσης. Κρίθηκε έτσι ότι η μητέρα έχει αξίωση αποζημίωσης για στέρηση διατροφής που θα της παρείχε ο γιος της που όταν θανατώθηκε φοιτούσε στο τελευταίο έτος της ιατρικής σχολής και δεν βαρυνόταν με στρατιωτική υποχρέωση. Αυτό θα γινόταν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, όταν θα άρχιζε την εργασία του ως γιατρός Δεν αρκεί όμως μια μακρινή δυνατότητα για τη θεμελίωση αξίωσης διατροφής. Σε περίπτωση λοιπόν, θανάτωσης παιδιού ηλικίας δέκα ετών πρόκειται για μία τέτοια μακρινή δυνατότητα, εφόσον το παιδί στο μέλλον ενδέχεται να δημιουργούσε δική του οικογένεια, η συντήρηση της οποίας θα του απορροφούσε τα εισοδήματά του.
Η αξίωση πάντως αποζημίωσης για στέρηση διατροφής δεν περιλαμβάνει τις καθυστερούμενες δόσεις διατροφής που είχαν καταστεί απαιτητές και ληξιπρόθεσμες ενώ ακόμα ζούσε ο υπόχρεος. Αυτές μεταβιβάζονται στους κληρονόμους του ως βάρη τα κληρονομίας.

Γ. Έκταση αποζημίωσης

Από άποψη έκτασης η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1389 επ., 1442 επ., και 1485 επ., ΑΚ περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής. Το ποσό λοιπόν το οποίο ο ευθυνόμενος για το θάνατο υποχρεούται να καταβάλει στο δικαιούχο της διατροφής προσδιορίζεται ανάλογα με το ποσό που ο δικαιούχος θα μπορούσε να απαιτήσει από το θανατωθέντα αν ζούσε. Ο υπεύθυνος οφείλει αποκατάσταση της νόμιμης διατροφής και όχι εκείνης που παρεχόταν. Συνεπώς δεν έχει σημασία ότι ο θανατωθείς από ελευθεριότητα παρείχε διατροφή μεγαλύτερη από τη νόμιμη ή είχε επιβάλει να παρέχει μικρότερη διατροφή ή δεν παρείχε καμία διατροφή.
Κρίσιμο είναι το σύνολο των καθαρών εισοδημάτων του θανατωθέντος (μετά από αφαίρεση των πάσης φύσεως νόμιμων κρατήσεων) κατά τον τελευταίο καιρό πριν από τη θανάτωσή του και η πιθανή εξέλιξή τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι η θανάτωση ενός εργαζόμενου αλλοδαπού, προερχόμενου από κράτος- μέλος εκτός της Ε.Ε που προσφέρει εργασία στην Ελλάδα στερούμενος της απαιτούμενης κατά νόμο άδειας εργασίας, θεμελιώνει αξίωση των δικαιούχων κατά του υπόχρεου για αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής8. Με την απόφαση 925/20049 του ΑΠ έγινε επίσης δεκτό ότι για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη και τα εισοδήματα που θα προσπόριζε στον θανατωθέντα η παράδοση μαθημάτων ξένης γλώσσας κατ’ οίκον ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο θανατωθείς δεν είχε εφοδιαστεί με νόμιμη άδεια για τη σχετική δραστηριότητα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σκεπτικό που ακολουθήθηκε κατά το οποίο « η σύμφωνη με τη διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος ερμηνεία… επιβάλλει για τον προσδιορισμό της έκτασης της αξίωσης αποζημίωσης… τη λήψη υπόψη της οικονομικής κατάστασης του θανατωθέντος και της περαιτέρω ανέλιξής της έστω και αν αυτή είναι απότοκη αποκλειστικά της εργασίας του, που όμως, παρά τη μη αποκλείουσα την αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ακυρότητα της σύμβασης που καταρτίστηκε γι` αυτή λόγω του ότι δεν είχε την από το νόμο απαιτούμενη σχετική άδεια δεν αντιφάσκει, όπως στην κατωτέρω περίπτωση του κατ΄ οίκον διδασκάλου ξένων γλωσσών, με την αξία του ανθρώπου, της οποίας, κατ΄ άρθρο 2 παρ.1 του Συντάγματος, ο σεβασμός και η προστασία της αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας και, επομένως και των δικαστηρίων της». Αν πάλι, ο υπόχρεος σε διατροφή ελλείψει περιουσίας και εισοδημάτων δεν υποχρεούταν να παράσχει διατροφή, τότε αξίωση αποζημίωσης θεμελιώνεται μόνο αν ο θανατωθείς με μεγάλη πιθανότητα στο μέλλον θα μπορούσε να γίνει υπόχρεος σε διατροφή. Αν λοιπόν κατά το χρόνο του θανάτου ο υπόχρεος σε διατροφή ήταν άνεργος, πρέπει να ερευνάται στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και πότε αυτός θα μπορούσε να παράσχει διατροφή.
Αν οι δικαιούμενοι διατροφή είναι περισσότεροι από ένα, αυτοί δεν είναι δανειστές εις ολόκληρο με την έννοια της ΑΚ 489 επ. Για το λόγο αυτό η αποζημίωση για στέρηση διατροφής πρέπει να προσδιορίζεται χωριστά για κάθε δικαιούχο. Κατά κανόνα θα είναι διαφορετικό το ύψος για κάθε κατηγορία προσώπων (πχ γονείς, χήρα, τέκνα), αλλά και μεταξύ προσώπων της ίδιας κατηγορίας (πχ τέκνα με διαφορά μεταξύ τους στη ηλικία και τις ανάγκες). Η συνταξιοδότηση του θύματος (αν ζούσε) και έφτανε στην ηλικία που προβλέπεται από το νόμο για το σκοπό αυτό κατά κανόνα θα μείωνε τα εισοδήματα του θύματος. Δεν αποκλείεται όμως όταν η συνταξιοδότηση λαμβάνει χώρα σε όχι μεγάλη ηλικία, να μπορούσε το θύμα να συνεχίσει όπως πρώτα την εργασία του και να διατηρήσει το ίδιο ύψος εισοδημάτων που θα είχε αν εργαζόταν κανονικά Αυτό είναι θέμα που πρέπει να προταθεί και αποδειχθεί από τον ενάγοντα.

- Υπολογισμός της αποζημίωσης επί θανάτωσης συζύγου

Επί θανάτωσης ενός συζύγου δικαιούται ο άλλος σύζυγος να απαιτήσει από το υπεύθυνο για την θανάτωση αποζημίωση για την στέρηση της διατροφής, την οποία κατά το νόμο δικαιούταν έναντι του θύματος. Για την εξεύρεση του περιεχομένου της αποζημιώσεως επιβάλλεται να γίνει προσφυγή στις σχετικές διατάξεις του οικογενειακού δικαίου, που ρυθμίζουν, τόσον το ζήτημα της συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες και ειδικότερα στη διατροφή του συζύγου (άρθρα 1389, 1390 ΑΚ), το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών του δικαιούχου, όπως διαμορφώνονται στα πλαίσια της συμβιώσεως, οριοθετούνται δε από το ύψος των τυχόν εισοδημάτων του και της λοιπής περιουσίας αυτού, σε συσχετισμό προς την περιουσιακή κατάσταση του άλλου συζύγου.
Με την ΑΚ 1389 και 1390 καθιερώνεται η ισότιμη και αναλογική συμβολή των συζύγων στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Ισότιμη όμως συμβολή δεν νοείται η μαθηματική ισότητα συνεισφορών, γιατί αυτή προϋποθέτει ισότητα δυνάμεων. Για τον υπολογισμό λοιπόν του ποσού της διατροφής, που δικαιούται ο επιζών σύζυγος, δεν απαιτείται η εφαρμογή συγκεκριμένου μαθηματικού υπολογισμού και η παράθεση στην απόφαση μαθηματικών πράξεων1. Η  ύπαρξη και το μέγεθος της ζημίας που μπορεί να ζητηθεί ως αποζημίωση, θα εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το συσχετισμό των δυνάμεων των συζύγων, όπως ακριβώς συμβαίνει και στον προσδιορισμό της έκτασης της ζημίας από στέρηση υπηρεσιών.
Δεν λείπουν ωστόσο και αποφάσεις οι οποίες εφαρμόζουν τη μαθηματική μέθοδο για τον υπολογισμό της αποζημίωσης του επιζώντος συζύγου. Έτσι λοιπόν το Εφετείο Πάτρας έκρινε ότι «για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης του επιζώντος συζύγου που θα του παρείχε υπό μορφή διατροφής του άλλου, αν δεν θανατωνόταν, θα χρησιμοποιηθεί ο μαθηματικός τύπος ε=αΧλ/λ+1, όπου 1) ε η επιβάρυνση του οικονομικά ισχυρότερου συζύγου, 2) α το ύψος των οικογενειακών αναγκών και 3) λ η αναλογία των δυνάμεων των συζύγων, δηλαδή ο λόγος των δυνάμεων του οικονομικά ισχυρότερου συζύγου προς τις δυνάμεις του οικονομικά ασθενέστερου (η μονάδα 1 εκφράζει τις δυνάμεις του ασθενέστερου συζύγου). Ο ίδιος τύπος θα χρησιμοποιηθεί και για την αποζημίωση των ανηλίκων λόγω στέρησης της διατροφής τους μέχρι την ενηλικίωση με τη διαφορά ότι το α του ως άνω μαθηματικού τύπου εκφράζει στη συγκεκριμένη περίπτωση τις ανάγκες του δικαιούχου τέκνου» .

- Υπολογισμός της αποζημίωσης επί θανάτωσης ενός ή αμφότερων των γονέων

  Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390, 1489 2και 1493 εδ. α του ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν τα τέκνα τους από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του και δεν μπορούν να προβάλλουν κατ’ αυτών την ένσταση διακινδύνευσης της δικής τους διατροφής. Η εν λόγω διατροφή προσδιορίζεται στο προσήκον μέτρο με βάση τις ανάγκες των τέκνων, όπως προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής και περιλαμβάνει όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου τέκνου (τροφή, στέγαση, ενδυμασία, ψυχαγωγία και κάθε άλλο απαραίτητο για τη διαβίωση του) και επί πλέον τα έξοδα για την ανατροφή, την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευση του15. Κατέστησε δε ο νομοθέτης υπεύθυνους και τους δύο γονείς, ενόψει της ισότητας των δύο φύλων και της αμοιβαίας υποχρεώσεως τους προς ανατροφή και εκπαίδευση των τέκνων.
Για να καθορισθεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου. Εκείνος από τους γονείς που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου μπορεί να συνυπολογίσει ό,τι συνδέεται με την πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, καθώς και την προσφορά προσωπικών υπηρεσιών για την περιποίηση και φροντίδα τους, που είναι αποτιμητές σε χρήμα και άλλες παροχές σε είδος που συνδέονται με την συνοίκηση, η αποτίμηση των οποίων μπορεί να συνυπολογισθεί στην υποχρέωση του για διατροφή του τέκνου.
Απαραίτητη προϋπόθεση για τη θεμελίωση της εν λόγω αξίωσης είναι, τα εισοδήματα της περιουσίας του ανήλικου τέκνου ή το προϊόν της εργασίας του να μην αρκούν για τη διατροφή του. Η αξίωση αποζημίωσης του τέκνου διαρκεί συνήθως μέχρι τη δημιουργία δικής του οικογένειας. Η αποζημίωση μπορεί να διαρκέσει και μεταγενέστερα μέχρις ότου συμπληρωθεί η εκπαίδευση ή επαγγελματική μόρφωση του. Πάντως μόνη η έναρξη της ενηλικότητας δεν επιφέρει την προς αυτοδιατροφή ικανότητα του τέκνου παρά μόνο αν το τέκνο είναι σε θέση να εξασφαλίσει τα απαραίτητα μέσα με εργασία. Διατροφή λοιπόν δικαιούται και το ενήλικο τέκνο, εφόσον δεν μπορεί να διατρέψει τον εαυτό του από την περιουσία του ή αν δεν εργάζεται γιατί υπήρχε αδυναμία εξεύρεσης εργασίας, ήταν δε γραμμένο απ` αυτό το λόγο στο ταμείο ανεργίας ενώ πρέπει να ληφθεί υπόψη και η κατάσταση της υγείας του και οι λοιπές βιοτικές του συνθήκες. Υπό περιστάσεις οι γονείς είναι υποχρεωμένοι να διατρέφουν το παιδί τους κατά τη διάρκεια φοίτησης σε σχολή πανεπιστημιακού επιπέδου. Στην ανάλογη δε διατροφή αυτού, που δεν έχει υποχρέωση ακόμη να εργαστεί, γιατί έχει την πρόθεση να σπουδάσει, περιλαμβάνεται όχι μόνο η δαπάνη για τροφή, στέγαση, αλλά και η δαπάνη για την επαγγελματική του εκπαίδευση. Αν η εκπαίδευση δεν έχει αρχίσει ακόμη όταν συνέβη ο θάνατος, μπορεί τότε ακολούθως να αρχίσει αν αυτό δικαιολογείται από τις δεξιότητες, ικανότητες και υγεία του ανήλιου τέκνου.
Δεν αποκλείεται επίσης, η αξίωση αποζημίωσης του ορφανού τέκνου για το λόγο ότι ο επιζών γονέας καταβάλλει ή επιβαρύνεται με όλο το ποσό της διατροφής ή τρίτα πρόσωπα δέχονται το ορφανό παιδί στην οικία τους και το φροντίζουν. Η λύση αυτή προκύπτει από την ΑΚ 930§3. Δεν είναι απαραίτητη η πρόσληψη υποκατάστατης δύναμης ούτε η πραγματική διάθεση του ποσού της αποζημίωσης για το σκοπό αυτό. Σε περίπτωση δε θανάτωσης και των δύο γονέων τότε ο υπολογισμός της αποζημίωσης γίνεται με βάση τη διατροφή που έπρεπε κατά το νόμο να παράσχουν στο παιδί τους και οι δύο γονείς και όχι μόνο ο ένας από αυτούς. Επί υιοθεσίας ανήλικου τέκνου η οποία μερικές φορές καθίσταται αναγκαία λόγω θανάτωσης και των δύο γονέων του, δεν θίγεται η αξίωση αποζημίωσης κατά του υπόχρεου από την  ενδεχόμενη αξίωση διατροφής κατά των θετών γονέων24.
Για το ορισμένο της αγωγής αποζημίωσης του τέκνου για την αποκατάσταση της ζημίας του από τη στέρηση του δικαιώματος του διατροφής, πρέπει να μνημονεύονται σε αυτή τα ακόλουθα στοιχεία: α) η γονική μέριμνα μεταξύ δικαιούχου και υπόχρεου, β) η θανάτωση του υπόχρεου από παράνομη και υπαίτια πράξη του εναγομένου, γ) ο πιθανός χρόνος ζωής του υπόχρεου σε διατροφή γονέα, δ) η αδυναμία του δικαιούχου να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσης του και αν πρόκειται για ανήλικο, η ανεπάρκεια των εισοδημάτων της περιουσίας του ή του προϊόντος εργασίας του, ε) το ποσό της καταβλητέας σ` αυτό διατροφής με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και στ) ότι συνεπεία του θανάτου θ` αποστερείται αυτό (τέκνο) στο μέλλον της δικαιούμενης ανάλογης διατροφής. 25

- Υπολογισμός της αποζημίωσης επί θανάτωσης τέκνου

Με ορισμένες προϋποθέσεις του νόμου τα τέκνα υποχρεούνται να διατρέφουν τους γονείς τους (ΑΚ 1485 επ.). Σε περίπτωση λοιπόν θανάτωσης του τέκνου τους οι γονείς μπορούν να απαιτήσουν αποζημίωση είτε για στέρηση διατροφής είτε για στέρηση παροχής υπηρεσιών. Όμως δεν μπορούν να απαιτήσουν αποζημίωση και για τα δύο. Τα δικαιώματα αυτά μεταξύ τους τελούν σε διαζευκτική σχέση και όχι συμπλεκτική. Σε περίπτωση που οι γονείς αξιώσουν αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής από το τέκνο, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί να υπάρχει αποκτημένο τέτοιο δικαίωμα έναντι του τέκνου28 . Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που ο γονέας δεν μπορεί να διαθρέψει τον εαυτό του από την περιουσία ή εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας και τις λοιπές βιοτικές του ανάγκες. Δεν μπορεί λοιπόν να θεμελιωθεί υπέρ του επιζώντος γονέα αξίωση αποζημίωσης, αν το τέκνο παρείχε διατροφή στους γονείς όχι βάσει νομικής υποχρέωσης αλλά από ελευθεριότητα ή από άλλη αιτία.
Για την απορία του δικαιούχου γονέα λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση που δημιουργείται από τις ατομικές του ανάγκες και όχι από τις ανάγκες άλλων προσώπων προς τα οποία από το νόμο έχει υποχρέωση διατροφής πχ προς τον σύζυγο ή άλλα παιδιά. Κατά συνέπεια, αν χωρίς τις υποχρεώσεις αυτές, είναι ικανός προς αυτοσυντήρηση (ΑΚ 1486§1,1487), δεν δικαιούται διατροφής ούτε αποζημιώσεως λόγω στερήσεως διατροφής30.
Γίνεται δεκτό από τα δικαστήριά μας ότι η αξίωση αποζημίωσης των γονέων για στέρηση διατροφής που τους παρείχε ή θα τους παρείχε το παιδί τους που θανατώθηκε, κατά κανόνα διαρκεί μέχρι το χρόνο που το θανατωθέν τέκνο, αν ζούσε, θα συμπλήρωνε το 30ο έτος της ηλικίας του. Και αυτό γιατί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από τη συμπλήρωση του παραπάνω χρόνου και κατόπιν εικάζεται ότι το θύμα θα δημιουργούσε αν ζούσε, δική του οικογένεια και δεν θα είχε τη δυνατότητα να συνδράμει και στη διατροφή των γονέων του εκτός αν είχε τέτοια επαγγελματική δραστηριότητα ή τέτοια περιουσία που θα του  άφηναν σχετικά περιθώρια για το σκοπό αυτό. Τα γεγονότα αυτά όμως για να ασκήσουν νόμιμη επιρροή πρέπει να μην είναι απλώς υποθετικά, αλλά να αναμένονται με μεγάλη πιθανότητα.
Είναι πιθανό να αντιταχθεί από τον εναγόμενο ότι συνυπόχρεοι στην καταβολή διατροφής ήταν και τα άλλα παιδιά τους. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά νόμιμη ένσταση περιορισμού της διατροφής και, άρα, και της αξίωσης αποζημιώσεως λόγω στερήσεως της διατροφής και θεμελιώνεται σε μόνο το περιστατικό ότι υπάρχουν και άλλοι κατιόντες, που ανήκουν στην ίδια κληρονομική τάξη με τον θανατωθέντα ως προς την κληρονομική διαδοχή αυτού που ζητάει αποζημίωση. Δεν υπάρχει ανάγκη να ισχυριστεί ο επικαλούμενος με την ανωτέρω ένσταση ότι ο άλλος υπόχρεος που προηγείται στη σειρά των υπόχρεων ή που είναι συνυπόχρεος, έχει επαρκή περιουσία και μπορεί να παράσχει τη διατροφή και αυτό γιατί η άρνηση των περιστατικών αυτών, δηλαδή ο ισχυρισμός ότι ο άλλος προηγούμενος υπόχρεος ή ο συνυπόχρεος «δεν είναι σε θέση να δώσει διατροφή» (αρθρ. 1490 ΑΚ), αποτελεί περιεχόμενο αντενστάσεως και πρέπει να προτείνεται από τους ενάγοντες.

Η διάρκεια της αποζημίωσης για στέρηση διατροφής

Η αποζημίωση για στέρηση διατροφής θα καταβάλλεται για όσο χρόνο ο θανατωθείς πιθανολογείται βάσιμα ότι θα διέτρεφε κατά νομική υποχρέωση τον δικαιούχο. Πρέπει λοιπόν να ερευνηθεί η πιθανή διάρκεια ζωής του υπόχρεου, η ικανότητά του γα παροχή διατροφής και η αδυναμία του δικαιούχου. Η πιθανή διάρκεια ζωής του υπόχρεου σε διατροφή αποτελεί το ανώτερο χρονικό όριο στην υποχρέωση του για  διατροφή και συνεπώς και της αξίωσης αποζημίωσης για το  υπέχοντα αστική ευθύνη. Χρήσιμοι για την απόδειξη της πιθανής διάρκειας ζωής του θύματος θα είναι οι υπάρχοντες στατιστικοί πίνακες ζωής.
Είναι δυνατό κατά το χρόνο της θανάτωσης, συνεπεία του ατυχήματος, ενός από τους συζύγους, να είχε διακοπεί η μεταξύ τους έγγαμη συμβίωση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο υπεύθυνος για το ατύχημα απαλλάσσεται από την υποχρέωση αποζημίωσης αλλά υποχρεούται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που θα υποχρεούταν ο ίδιος ο θανατωθείς αν ζούσε (ΑΚ 1391). Τα πράγματα περιπλέκονται αν κατά τον χρόνο θανάτωσης ενός των συζύγων, είχε ασκηθεί και ήταν εκκρεμής η αγωγή διαζυγίου είτε από τον επιζώντα είτε από τον θανατωθέντα. Εν προκειμένω λόγω του προσωποπαγούς χαρακτήρα τα αγωγής επέρχεται κατάργηση της δίκης διαζυγίου ως προς το κύριο αντικείμενό της. Όμως το δικαστήριο που ασχολείται με την αγωγή αποζημίωσης του επιζώντος δικαιούται να κρίνει τη τύχη της αγωγής διαζυγίου.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα, κατά πόσο η τέλεση νέου γάμου από τον επιζήσαντα σύζυγο και στερηθέντα τη συνεισφορά του άλλου συζύγου, επηρεάζει ή όχι την αξίωση αποζημίωσης κατά του υπεύθυνου για τη θανάτωση. Σύμφωνα με την ορθότερη άποψη η αξίωση συνεισφοράς που αποκτά βάσει το νέου γάμου ο επιζών σύζυγος καταλύει τη ζημία του από τη θανάτωση του προηγούμενου συζύγου του. Όπως μάλιστα αναφέρεται στην 358/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, “λόγω ύπαρξης νομοθετικού κενού, σε περίπτωση που ο υπόχρεος σε διατροφή θανατωθεί από υπαιτιότητα άλλου και ο δικαιούχος ξαναπαντρευτεί, κατ' ανάλογη εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης, παύει πλέον εσαεί το δικαίωμα διατροφής του. Η υποχρέωση λοιπόν αποζημίωσης του επιζώντος συζύγου λόγω στέρησης της διατροφής του παύει να υφίσταται αφής στιγμής αυτός (επιζών σύζυγος) έλθει σε νέο γάμο, ανεξαρτήτως αν αυτός λύθηκε μεταγενέστερα ή διακόπηκε η συμβίωση εξ οιουδήποτε λόγου, διότι τότε ο αξιών την αποζημίωση δεν στερείται ούτε των υπηρεσιών, ούτε της οικονομικής συνεισφοράς του συζύγου για τη διατροφή του, η οποία πλέον διαμορφώνεται με βάση τις οικονομικές δυνάμεις όχι του αποβιώσαντος αλλά του νέου συζύγου του δικαιούχου. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει βεβαίως για τη διατροφή των ανηλίκων τέκνων που είχαν σχετική αξίωση κατά του θανόντος γονέα τους, διότι η δεύτερη σύζυγος του πατέρα τους δεν έχει από το νόμο υποχρέωση να τα διατρέφει, συνεισφέροντας αναλόγως προς τούτο με βάση τις οικονομικές της δυνάμεις34.
Δεν αρμόζει όμως η ίδια λύση και στην περίπτωση δημιουργίας από τον επιζώντα σύζυγο μόνιμης σχέσης σε ελεύθερη συμβίωση με άλλο πρόσωπο. Εν προκειμένω η επίκληση του άρθρου 1444 παρ. 2 ΑΚ δεν θα βοηθήσει καθώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για ανάλογη εφαρμογή της και στην περίπτωση της αποζημίωσης λόγω στέρησης της διατροφής κατ' άρθρο 928 ΑΚ. Και τούτο γιατί οι δύο περιπτώσεις είναι διαφορετικές, αφού η διάταξη του άρθρου 1444 παρ. 2 προϋποθέτει να έχει χωρήσει διαζύγιο, θεσπίστηκε δε ειδικά για να λύσει θέματα ανακύπτοντα μετά το διαζύγιο των τέως συζύγων, ενώ η διάταξη του άρθρου 928 ΑΚ προϋποθέτει θανάτωση από υπαιτιότητα, του συζύγου του δικαιούχου της διατροφής. Έτσι ειδικότερα, αν ο δικαιούχος της αποζημίωσης και επιζών σύζυγος μετά τη θανάτωση του συζύγου του συνεπεία της αδικοπραξίας του τρίτου, συζεί μόνιμα με κάποιον άλλο σε ελεύθερη ένωση, δεν παύει η υποχρέωση του ζημιώσαντος τρίτου να αποζημιώσει τον επιζώντα σύζυγο. Η δημιουργούμενη αυτή κατάσταση της μόνιμης ελεύθερης ένωσης ως πραγματική κατάσταση δεν παράγει εκ του νόμου ούτε αμοιβαία υποχρέωση για συμβίωση κατά άρθρον 1386 ΑΚ και συνεπώς μπορεί να διαλυθεί ελευθέρως οποτεδήποτε, ούτε γεννά υποχρεώσεις μεταξύ των μερών για αμοιβαία μεταξύ τους συνεισφορά κατά τη έννοια του άρθρου 1389 ΑΚ. Οι διαφόρου φύσεως παροχές, όπως υπηρεσίες, που δέχεται ο επιζών σύζυγος από το άλλο πρόσωπο, με το οποίο συζεί μόνιμα, αλλά και προσφέρει στον τελευταίο, προέρχονται από την ελεύθερη βούληση του άλλου και δεν στηρίζονται στον νόμο. Περαιτέρω, οι διάφορες παροχές τις οποίες ο επιζών σύζυγος δέχεται από το πρόσωπο με το οποίο συζεί μόνιμα δεν μπορούν να επιδράσουν μειωτικά στην υποχρέωση αποζημίωσης του τρίτου και να συνυπολογιστούν ως όφελος στη ζημίας από το αδίκημα, γιατί και το τυχόν προκύπτον όφελος δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς το ζημιογόνο γεγονός, αλλά στηρίζεται σε μεταγενέστερα περιστατικά άσχετα με την αδικοπραξία. Επομένως εκείνος που θανάτωσε υπαιτίως τον σύζυγο δεν μπορεί να επικαλεστεί υπέρ αυτού, προς απαλλαγή του, την πιο πάνω ελεύθερη ένωση. Αυτό θα αντίκειτο στην καλή πίστη κατά το άρθρο 288 ΑΚ, η οποία διέπει τη μεταξύ του αδικοπραγήσαντος και αδικηθέντος ενοχή προς ανόρθωση της ζημίας και η οποία δεν ανέχεται να ωφελείται  ο αδικοπραγήσας από το τυχόν όφελος του αδικηθέντος. Η αντίθετη άποψη, ότι ο υπόχρεος για την αποζημίωση τρίτος, εφόσον υπεισέρχεται στη θέση του υπόχρεου για διατροφή, μπορεί όπως εκείνος να επικαλεστεί υπέρ αυτού προς απαλλαγή του τη ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1444 παρ. 2 ΑΚ δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 914, 928 εδ. β αφού ο υπόχρεος προς αποζημίωση είναι εκείνος που ευθύνεται για τη θανάτωση του συζύγου της δικαιούχου και δε μπορεί να ωφεληθεί από το δικό του πταίσμα.

Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. All rights reserved.

Απαγορεύεται η αντιγραφή, αποθήκευση και διανομή της παρούσας εργασίας (Τμήμα Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών), εξ ολοκλήρου ή τμήματος αυτής, για εμπορικό σκοπό. Επιτρέπεται η ανατύπωση, αποθήκευση και διανομή για σκοπό μη κερδοσκοπικό, εκπαιδευτικής ή ερευνητικής φύσης, υπό την προϋπόθεση να αναφέρεται η πηγή προέλευσης,το όνομα του συγγραφέα και να διατηρείται το παρόν μήνυμα.