Εισαγωγή

Όταν η αδικοπραξία έχει ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό ή τη θανάτωση ορισμένου προσώπου, γεννάται συχνά ζημία και σε τρίτους. Κατ' αρχήν στις περιπτώσεις αυτές οι ζημιωθέντες τρίτοι δεν έχουν αξίωση αποζημίωσης κατά του δράστη της αδικοπραξίας γιατί η αποκατάσταση της ζημίας τρίτων δεν εμπίπτει στον προστατευτικό σκοπό των διατάξεων για τις αδικοπραξίες. Κατά κανόνα δικαιούχος της αποζημίωσης από αδικοπραξία είναι εκείνος που άμεσα ζημιώθηκε από αυτήν, δηλαδή το υποκείμενο του δικαιώματος ή του προστατευόμενου συμφέροντος που προσβλήθηκε από την αδικοπραξία. Κατ' εξαίρεση όμως από την αρχή αυτή, οι ΑΚ 928 και 929 εδ. β παρέχουν σε μια ομάδα προσώπων έμμεσα ζημιωθέντων από την αδικοπραξία, αξίωση αποζημίωσης κατά του υπευθύνου. Έμμεσα βλαπτόμενος είναι όποιος ούτε ο ίδιος σωματικά προσβάλλεται ούτε βλάπτονται πράγματα του. Πρόκειται για εκείνους που είτε επωμίστηκαν την άμεση περιουσιακή συνέπεια της θανάτωσης ενός ανθρώπου (τα νοσήλια και τα έξοδα κηδείας ΑΚ 928 εδ. α) είτε χάνουν στο πρόσωπο του θανατωθέντος αυτόν που ήταν κατά το νόμο υπόχρεος να τους διατρέφει (ΑΚ 928 εδ. β) είτε είχαν έναντι του τραυματισθέντος ή θανατωθέντος από το νόμο αξίωση για παροχή υπηρεσιών (ΑΚ 928 εδ. β και 929 εδ. β).
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η θανάτωση ενός προσώπου συμπίπτει χρονικά με κάποιο τραυματισμό, ενώ σε άλλες ακολουθεί χρονικά. Βέβαια όσο απομακρύνεται χρονικά η θανάτωση από τον τραυματισμό τόσο «χαλαρώνει» η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης και του αποτελέσματος. Ενόψει του παραπάνω ενδεχομένου πρέπει να γίνει διάκριση του φορέα της σχετικής αξίωσης: α) για το από τον τραυματισμό και μέχρι το θάνατο χρονικό διάστημα και β) από το θάνατο και μετά. Για το πρώτο διάστημα ισχύουν οι διατάξεις για βλάβη σώματος ή υγείας του άρθρου 929 ΑΚ. Οι σχετικές αξιώσεις ανήκουν στον ίδιο τον τραυματισθέντα και με το θάνατο αυτού, εφόσον εξακολουθούν να υπάρχουν, μεταβιβάζονται στους κληρονόμους του. Από την άλλη, οι αξιώσεις που συνδέονται με τον επακόλουθο θάνατο του θύματος γεννιούνται πρωτότυπα στο πρόσωπο των δικαιουμένων, όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 928 του ΑΚ και το θύμα δεν επιτρέπεται να τις διαθέσει έγκυρα, ενόσω ζει, αφού είναι ξένες.
Αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι η ζημία συνεπεία θανάτωσης όπως προβλέπεται από την ΑΚ 928. Το ζήτημα αυτό και ειδικότερα η ζημία συνεπεία θανάτωσης από αυτοκινητικό ατύχημα, απασχολεί συνεχώς τα ελληνικά δικαστήρια με αποτέλεσμα να έχουμε πλούσια νομολογία. Σκόπιμο λοιπόν θα ήταν, η ανάλυση του εν λόγω θέματος να γίνει έχοντας ως αφετηρία σχετικές δικαστικές αποφάσεις και μέσα από τον σχολιασμό αυτών να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε το περιεχόμενο της αποζημίωσης και τους φορείς της σχετικής αξίωσης.

Περιεχόμενο της αποζημίωσης

Η θανάτωση ενός προσώπου μπορεί να προκαλέσει διάφορες περιουσιακές ζημίες στην οικογένειά του (σύζυγο, γονείς και παιδιά). Ο νόμος στην ΑΚ 928 κρίνει ως επιδεκτικά αποκατάστασης τα ακόλουθα κονδύλια ζημιών: τη δαπάνη νοσηλίων για το χρονικό διάστημα από τον τραυματισμό ως τη θανάτωση, τα έξοδα κηδείας και την αποζημίωση των προσώπων τα οποία δυνάμει νόμου δικαιούνταν να απαιτήσουν από τον θανατωθέντα διατροφή ή παροχή υπηρεσιών. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι οι αξιώσεις των κατά ΑΚ 928 δικαιούμενων, γεννιούνται μόνο αν ο θανατωθείς θα είχε, αν ζούσε, λόγω του τραυματισμού του αξίωση κατά του δράστη. Αντίθετα αν η ευθύνη του δράστη είχε αποκλειστεί σύννομα με σύμβαση μεταξύ αυτού και του μετέπειτα θανατωθέντος ή αποκλείεται από το νόμο, δεν γεννιέται ευθύνη κατά την ΑΚ 928.

1. Νοσήλια

Αν από τον τραυματισμό προσώπου μέχρι το θάνατό του μεσολαβεί κάποιο χρονικό διάστημα, συνήθως ανακύπτει ανάγκη νοσηλείας και καταβολής νοσηλίων. Εν προκειμένω τίθενται δύο ζητήματα, ποιες δαπάνες περιλαμβάνονται στα νοσήλια και ποιος είναι ο φορέας της σχετικής αξίωσης.
Τα νοσήλια περιλαμβάνουν κάθε δαπάνη που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει για την    αποκατάσταση της υγείας του θύματος. Τέτοιες δαπάνες μπορεί να είναι τα φάρμακα που έπρεπε να χορηγηθούν, η αμοιβή των γιατρών, εγχειρήσεις που ήταν αναγκαίες, η δαπάνη μεταφοράς του τραυματία στο νοσοκομείο, τα τυχόν φιλοδωρήματα του νοσηλευτικού προσωπικού, η αμοιβή της αποκλειστικής νοσοκόμου, οι δαπάνες για την παραμονή στο νοσοκομείο ή την κλινική, οι δαπάνες λουτροθεραπείας και φυσιοθεραπείας αλλά και η δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε για την πρόσληψη οικιακής βοηθού όσον καιρό αδυνατούσε να επιμεληθεί του εαυτού του και της οικίας του2 Περαιτέρω, από τα νοσήλια αποδίδονται μόνον τα εύλογα, ήτοι εκείνα τα οποία από την άποψη ενός συνετού παρατηρητή φαίνονται σκόπιμα βάσει των δεδομένων της συγκεκριμένης περιπτώσεως3. Τα ποσά λοιπόν που δαπανήθηκαν πρέπει να βρίσκονται σε αντιστοιχία με τη διάρκεια της νοσηλείας, τη σοβαρότητα της κατάστασης που επιβάλλει την περίθαλψη στο νοσοκομείο, την κοινωνική θέση και τα εισοδήματα του τραυματία..
Όσον αφορά στον καθορισμό των προσώπων που δικαιούνται να αξιώσουν από τον υπόχρεο την καταβολή των νοσηλίων, τα πράγματα περιπλέκονται. Σύμφωνα με την πρόβλεψη του νόμου, φορέας της αξίωσης των νοσηλίων από τον υπόχρεο σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, είναι το πρόσωπο που βαρύνεται με αυτά. Όπως όμως αναφέρεται και στην απόφαση του Εφετείου Αθηνών 339/2007 «με την διάταξη ΑΚ 928 δεν καθορίζεται ακριβώς ποιο είναι το πρόσωπο που βαρύνεται κατά το νόμο να καταβάλει τα νοσήλια».
Κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, υπόχρεος από το νόμο να πληρώσει τα νοσήλια είναι αυτός που είχε υποχρέωση να διατρέφει τον θανατωθέντα και σε περίπτωση που δεν υπήρχε υποχρέωση διατροφής και ο θανατωθείς διατρεφόταν από τα εισοδήματα της εργασίας ή της περιουσίας του, ο κληρονόμος αυτού. Κατ' άλλη γνώμη τα νοσήλια βαρύνουν πάντα τον κληρονόμο.  Αν υπόχρεοι είναι περισσότεροι κληρονόμοι και τα νοσήλια καταβάλλει ένας από αυτούς, τότε αυτός δικαιούται να ζητήσει από τον ευθυνόμενο τρίτο όλο το ποσό και όχι μόνο αυτό που αντιστοιχεί στην κληρονομική του μερίδα, στρεφόμενος για το υπόλοιπο κατά των άλλων κληρονόμων.
Από την άλλη, αν τα νοσήλια πλήρωσε κάποιος τρίτος και όχι κάποιος από αυτούς που  υποχρεούνται από τον νόμο, δεν είναι σαφές από ποιο πρόσωπο ο καταβαλών θα τα απαιτήσει. Έχει υποστηριχτεί ότι ο τρίτος μπορεί να ζητήσει όσα κατέβαλε μόνο διαμέσου του υποχρέου κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων (ΑΚ 722, 736)6. Κατά την ορθότερη ωστόσο άποψη, ο καταβαλών έχει ευθεία αξίωση κατά του δράστη της αδικοπραξίας κατά την ΑΚ 928.Αν τέλος τα νοσήλια πληρώθηκαν από τον ίδιο τον τραυματισθέντα ο οποίος ακολούθως πέθανε, τότε η αξίωση για απόδοσή τους μεταβαίνει στους εκ του νόμου κληρονόμους του κατά την ανήκουσα σε αυτούς αναλογία. Όπως όμως προκύπτει από την απόφαση 339/2007 του Εφετείου Αθηνών, δεν νομιμοποιούνται τα τέκνα της ύστερα θανούσας να αξιώσουν τα νοσήλια επικαλούμενα καταβολή από τα ίδια, όταν από τη διαδικασία προέκυψε καταβολή από την ίδια την παθούσα και μετέπειτα θανούσα.

2. Έξοδα κηδείας


Κατά το άρθρο 928 εδ. α του ΑΚ σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλει εκτός από τα νοσήλια και τα έξοδα κηδείας σε εκείνον που κατά το νόμο βαρύνεται με αυτά8. Με τα έξοδα κηδείας βαρύνεται όποιος κατά το νόμο υποχρεούται σε διατροφή του θανατωθέντος. Αυτό δικαιολογείται με τη σκέψη ότι τα έξοδα κηδείας θεωρούνται προέκταση των εξόδων διατροφής. Αν ο θανατωθείς διατρεφόταν ο ίδιος από τα εισοδήματα της περιουσίας ή της εργασίας του, τότε τα έξοδα κηδείας κατά την ΑΚ 1831 παρ. 1 βαρύνουν τους κληρονόμους. Αν ο καταβαλών είναι τρίτο πρόσωπο (μη κληρονόμος ή μη υπόχρεος προς διατροφή του θανατωθέντος), τότε αμφισβητείται η βάση της αγωγής με την οποία ο καταβαλών θα αναζητήσει το καταβληθέν. Κατά την κρατούσα πάντως άποψη, αυτός έχει ευθεία αξίωση κατά του υπόχρεου τρίτου.
Δυσχέρειες ωστόσο αντιμετωπίζουμε ως προς τον προσδιορισμό των δαπανών που περιλαμβάνονται στα έξοδα κηδείας. Η έννοια των εξόδων κηδείας δεν προσδιορίζεται στο νόμο, έχουν παγιωθεί ωστόσο νομολογιακά ορισμένες θέσεις. Σχεδόν αυτούσια επαναλαμβάνεται στις σχετικές αποφάσεις ότι στα έξοδα κηδείας περιλαμβάνεται κατά κανόνα όχι κάθε δαπάνη, αλλά μόνο αυτή που αναφέρεται άμεσα στην πράξη της ταφής του προσώπου και στην τελετή, η οποία συνήθως συνδέεται με την ταφή και είναι ανάλογη με την κοινωνική θέση του θανατωθέντος10.
Έχει κριθεί λοιπόν νομολογιακά ότι στα έξοδα κηδείας περιλαμβάνονται: α) τα έξοδα ταφής, δηλαδή τα απαραίτητα για την προετοιμασία αυτής όπως είναι η δαπάνη για την αγορά φέρετρου, λουλουδιών για τη διακόσμηση του φέρετρου και της εκκλησίας και η δημοσίευση νεκρώσιμων αγγελιών στις εφημερίδες, β) τα έξοδα τέλεσης της νεκρώσιμης ιεροπραξίας όπως είναι οι αμοιβές θρησκευτικών λειτουργών και ψαλτών και τέλος γ) τα καθεαυτό για την ταφή έξοδα, δηλαδή τα δικαιώματα του νεκροταφείου για την ταφή, τα δικαιώματα του γραφείου κηδειών και η δαπάνη μίσθωσης και κατασκευής τάφου ,οι δαπάνες πένθιμης δεξίωσης ή συνεστίασης (καφέδες, ποτά κλπ συναφή) μετά την ταφή όχι όμως και η προσφορά φαγητού. Αν η κατασκευή τάφου προορίζεται και για άλλα μέλη της οικογένειας (οικογενειακός τάφος) τότε ο υπόχρεος βαρύνεται μόνο με εκείνη τη δαπάνη η οποία είναι απαραίτητη για την κατασκευή του τάφου του θανόντος. Περιλαμβάνεται επίσης η δαπάνη μεταφοράς του νεκρού από τον τόπο του θανάτου στον τόπο ταφής, που ταυτίζεται κατά κανόνα με τον τόπο της κατοικίας, με το σύνηθες μεταφορικό μέσο, με την προϋπόθεση όμως κάτι τέτοιο να επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Δικαιολογημένη μπορεί να είναι και η μεταφορά του νεκρού στην αλλοδαπή όταν εκεί κατοικούσε εν ζωή ο θανών, ακόμα και με αεροπλάνο. Επίσης έχει γίνει δεκτό ότι στα έξοδα κηδείας περιλαμβάνεται και η δαπάνη ταρίχευσης του νεκρού, αν κάτι τέτοιο επιβάλλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα έξοδα παραμονής σε ψυκτικό θάλαμο και τα έξοδα για έκδοση άδειας ταφής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μία σειρά αποφάσεων που δέχεται ότι στα έξοδα κηδείας περιλαμβάνονται και μη συνήθεις δαπάνες εφόσον αυτές δικαιολογούνται από τις περιστάσεις ή προβλέπονται εθιμικά στην περιφέρεια ή στο χωριό του θανόντος. Έτσι λοιπόν το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων στην απόφαση 528/200119 έκρινε, ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στους δικαιούχους πέρα από τα συνήθη έξοδα κηδείας (αγορά φέρετρου, κεριά, δικαιώματα ναού, άνθη, τοιχοκόλληση αγγελτηρίων, δημοσίευση σε εφημερίδες, αμοιβή γραφείου) και τις δαπάνες για την αγορά νυφικού και χρυσαφικών, που τοποθετήθηκαν στη νεαρή θανατωθείσα άγαμη κοπέλα και για τις μπουμπουνιέρες που διανεμήθηκαν στους παραστάντες κατά την εκφορά της καθώς αυτές αποτελούν αναγκαίες δαπάνες προς εκπλήρωση εθίμων, η ανάγκη διαφύλαξης των οποίων κρίνεται ιδιαιτέρως σημαντική. Αντίστοιχη ήταν και η απόφαση  670/197320 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου κατά την οποία στα έξοδα κηδείας περιλαμβάνεται και η δαπάνη φιλαρμονικής του Δήμου εφόσον αυτό συνηθίζεται εθιμικά στην περιφέρεια ή στο χωριό του θανόντος.
Αντίθετα δεν περιλαμβάνονται κατά τη κρατούσα άποψη στα έξοδα κηδείας αφενός τα έξοδα πένθους, δηλαδή εκείνα που έχουν ως αιτία το θρησκευτικό καθήκον και την ευσέβεια προς τη μνήμη του νεκρού, όπως είναι τα έξοδα μνημόσυνων ή αγοράς πένθιμων ενδυμάτων και αφετέρου οι δαπάνες που είναι μεν συναφείς προς την κηδεία, πηγάζουν όμως από ελευθεριότητα και διενεργούνται προς κατάδειξη της ιδιαίτερης στοργής και αγάπης του δαπανώντος προς το νεκρό, όπως είναι τα φιλοδωρήματα στον νεκροταφείο, η διακόσμηση του ναού με άνθη, η αγορά άνθινων στεφάνων ή σταυρών. Δεν περιλαμβάνεται επίσης στα έξοδα κηδείας η αμοιβή μεταφορέων και η δαπάνη για εκτύπωση καρτών. Τέλος δεν αποδίδονται ούτε τα έξοδα για την αγορά και τοποθέτηση φωτογραφίας στον τάφο, η δαπάνη για την έκδοση κληρονομητηρίου ούτε τα εισοδήματα που απώλεσαν οι οικείοι για την παρακολούθηση της κηδείας.
Ένα ζήτημα το οποίο έχει απασχολήσει τη νομολογία είναι εάν μπορούν να θεωρηθούν ως έξοδα κηδείας και αυτά στα οποία υποβάλλονται η σύζυγος, τα τέκνα ή οι γονείς του θανατωθέντος για τη μετάβασή τους στον τόπο στον οποίο θα γίνει η επικήδειος τελετή ή στον τόπο στον οποίο εθανατώθη, για την παραλαβή και μεταφορά της σωρού στον τόπο της ταφής. Ο ΑΠ με την 1590/198025 απόφασή του έκρινε πως οι ανωτέρω δαπάνες δεν περιλαμβάνονται στα έξοδα κηδείας γιατί αυτές γίνονται από καθήκον και σεβασμό προς τη μνήμη του θανατωθέντος και θα καταβάλλονταν από τα ανωτέρω πρόσωπα και αν δεν ευθυνόταν κάποιος για τον θάνατο αυτού. Υπέρ της αντίθετης άποψης τάχθηκε ο ΑΠ με τη νεότερη απόφασή του 563/199926. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει «η έννοια των εξόδων κηδείας δεν προσδιορίζεται στο νόμο, περιλαμβάνονται όμως σε αυτά οι δαπάνες γενικά για τον ενταφιασμό του σώματος του θανατωθέντος προσώπου, που σχετίζονται ευθέως με το θάνατο αυτού και είναι ανάλογες προς την κοινωνική θέση του. Συνακόλουθα δε περιλαμβάνεται και η με τα συνήθη μέσα μεταφοράς δαπάνη μεταφοράς του νεκρού στον τόπο κατοικίας του. Όμως κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις αλλά και τις ισχύουσες διοικητικές διατάξεις ο νεκρός δεν αποτελεί αντικείμενο συνήθους μεταφοράς ή αποστολής πράγματος, αλλά παραδίδεται σε πρόσωπα που νομιμοποιούνται να φροντίσουν για την ταφή του. Νομιμοποιούμενα προς τούτο πρόσωπα είναι προεχόντως οι γονείς. Επομένως στα έξοδα κηδείας περιλαμβάνεται και η δαπάνη μετακίνησης των γονέων από τον συνήθη τόπο κατοικίας τους στον τόπο όπου θανατώθηκε το παιδί τους για την παραλαβή και μεταφορά της σωρού στον τόπο ταφής».
Ο ΑΠ ορθώς έκρινε  με την 563/1999 απόφασή του ότι  στα έξοδα κηδείας περιλαμβάνονται και οι δαπάνες μετακίνησης των γονέων στον τόπο θανάτωσης για παραλαβή και μεταφορά της σωρού. Το επιχείρημα ότι  θα κατέβαλαν τις δαπάνες αυτές κι αν δεν ευθυνόταν κάποιος για τον θάνατο του συγγενικού τους προσώπου δεν είναι εύστοχο καθώς το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες δαπάνες που κατά πάγια νομολογία περιλαμβάνονται στα έξοδα κηδείας. Ακολουθώντας το σκεπτικό αυτό, θα έπρεπε να δεχτούμε ότι αφού οι συγγενείς θα κατέβαλαν π.χ τα έξοδα για αγορά φέρετρου αν ο αγαπημένος τους πέθανε από φυσικά αίτια, δεν περιλαμβάνεται η δαπάνη αυτή στα έξοδα κηδείας της ΑΚ 928 εδ. β. Κάτι τέτοιο όμως θα αναιρούσε την χρησιμότητα της εν λόγω διάταξης ως προς το σκέλος των εξόδων κηδείας, αφού με την θανάτωση του προσώπου από τρίτο δεν δημιουργούνται επιπλέον δαπάνες πέραν από τις συνήθεις και γνωστές σε όλους μας.
Προβληματική εμφανίζεται και η σταθερά επαναλαμβανόμενη, τόσο από τη θεωρία όσο και από τη νομολογία μας, φράση «ότι στα έξοδα κηδείας περιλαμβάνεται η δαπάνη που είναι ανάλογη με την κοινωνική θέση του θανατωθέντος». Με τι κριτήρια ωστόσο προσδιορίζεται η κοινωνική του θέση; Πρόκειται για μία αόριστη έννοια, η χρήση και ερμηνεία της οποίας πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή. Εξάλλου αν δεχτούμε ότι η «κοινωνική θέση» του θανατωθέντος αποτελεί κριτήριο προκειμένου να προσδιοριστούν οι δαπάνες που περιλαμβάνονται στα έξοδα κηδείας, θα οδηγηθούμε σε ανεπιεική για τους δικαιούχους αποτελέσματα. Δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι οικείοι του θανόντος πολλές φορές είναι διατεθειμένοι να δαπανήσουν μεγάλα ποσά στην κηδεία του προσφιλούς τους προσώπου προκειμένου να τιμήσουν τη μνήμη του. Εξάλλου ο διαχωρισμός των ανθρώπων ανάλογα με την κοινωνική, οικογενειακή ή οικονομική τους κατάσταση, δεν αρμόζει σε μία κοινωνία δικαίου όπου όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια «αξία» τόσο πριν όσο και μετά τον θάνατό τους. Για τους λόγους αυτούς σκοπιμότερο θα ήταν να επιδικάζονται τα έξοδα μιας μέσης κηδείας. Για ό,τι επιπλέον μπορεί να θελήσουν να δαπανήσουν οι οικείοι του θανατωθέντος για να τιμήσουν τον αγαπημένο τους, θα βαρύνονται οι ίδιοι.
Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι η αξίωση των εξόδων κηδείας γεννάται πρωτογενώς στο πρόσωπο του δικαιούχου όπως αυτός καθορίστηκε παραπάνω, δηλαδή του υπόχρεου προς διατροφή ή του κληρονόμου. Αν τυχαίνει έτσι να είναι γονέας του θανατωθέντος τότε αν αυτός με τη συμπεριφορά του (πχ παράλειψη προσήκουσας επίβλεψης στο δρόμο) συνετέλεσε στη θανάτωση του τέκνου του, επιτρεπτώς μπορεί να του αντιταχθεί η σχετική ένσταση συντρέχοντος πταίσματος.

 

Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. All rights reserved.

Απαγορεύεται η αντιγραφή, αποθήκευση και διανομή της παρούσας εργασίας (Τμήμα Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών), εξ ολοκλήρου ή τμήματος αυτής, για εμπορικό σκοπό. Επιτρέπεται η ανατύπωση, αποθήκευση και διανομή για σκοπό μη κερδοσκοπικό, εκπαιδευτικής ή ερευνητικής φύσης, υπό την προϋπόθεση να αναφέρεται η πηγή προέλευσης,το όνομα του συγγραφέα και να διατηρείται το παρόν μήνυμα.