Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΖΗΜΙΑΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΥΤΟΥ

Έννοια και διάκριση συγκεκριμένης- αφηρημένης ζημίας

Η προσβολή ενός αγαθού μπορεί να έχει ποικίλης έκτασης οικονομικές επιπτώσεις, ανάλογα με το ποιος είναι ο φορέας του αγαθού και σε ποιες συνθήκες βρίσκεται. Σε ιδιάζουσες περιπτώσεις μπορεί, λόγω των συγκεκριμένων συνθηκών στις οποίες βρίσκεται ο ζημιωθείς, η ίδια προσβολή να έχει περισσότερο ή λιγότερο δυσμενείς οικονομικές συνέπειες από ότι σε μία κανονική περίπτωση. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι ποια ζημία αποκαθίσταται και πώς θα υπολογιστεί αυτή.
Ως συγκεκριμένη ή υποκειμενική ή σχετική ζημία νοείται αυτή που υπολογίζεται με βάση το σύνολο των υποκειμενικών συνθηκών της ατομικής περίπτωσης. Λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές περιστάσεις, οι προσωπικές σχέσεις των ενδιαφερόμενων πλευρών και η αξία του προσβληθέντος αγαθού. Αυτό που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι η πραγματική ζημία, την οποία υπέστη ο ζημιωθείς η οποία είτε θα συμπίπτει κατά την έκτασή της με την αφηρημένη ζημία είτε θα αποκλίνει από αυτήν (όταν οι συνθήκες αποκλίνουν από εκείνες του μέσου όρου). Για τον προσδιορισμό της συγκεκριμένης  ζημίας συνεκτιμώνται όλες οι οικονομικές παράμετροι που σχετίζονται με τον φορέα αγαθού που προσβάλλεται και οι οποίες καθιστούν για αυτόν τις οικονομικές συνέπειες της ζημιογόνου συμπεριφοράς περισσότερο ή λιγότερο δυσμενείς από ότι στη μέση περίπτωση. Δεν ενδιαφέρει λοιπόν το αν και πόσο ο ζημιωθείς «αισθάνεται» τη ζημία αφού κρίσιμα είναι μόνο καθαρώς οικονομικά κριτήρια.
Από την άλλη πλευρά, αφηρημένη ή αντικειμενική ή απόλυτη νοείται η ζημία που επέρχεται στη συνήθη, μέση περίπτωση και κατά την κοινή πορεία των πραγμάτων χωρίς να συνεκτιμώνται οι υποκειμενικές συνθήκες. Προσδιορίζεται δηλαδή με αντικειμενικά κριτήρια όπως είναι η αγοραία αξία του αντικαταστατού πράγματος ή αυτή που καθορίζεται αμέσως εκ του νόμου με ορισμένο ποσό κατ' αποκοπή. Δεν λαμβάνεται λοιπόν υπόψη η πραγματική ζημία που υπέστη ο ζημιωθείς, υπό τις συνθήκες της ατομικής περίπτωσης, δηλαδή δεν συνεκτιμώνται οι τυχόν υπάρχουσες ιδιαίτερες περιστάσεις σε σχέση με τον ζημιωθέντα συνεπεία των οποίων οι οικονομικές επιπτώσεις της προσβολής μπορεί να είναι μεγαλύτερες ή μικρότερες από ότι σε μια κανονική περίπτωση.

Ο κανόνας του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας και η θεμελίωση του

Η απάντηση στο ερώτημα αν αποκαθίσταται η συγκεκριμένη ή η αφηρημένη ζημία, δεν προκύπτει με σαφήνεια από τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ, τα οποία ρυθμίζουν την έκταση και το είδος της αποζημίωσης. Θα ανατρέξουμε λοιπόν στην έννοια της ζημίας. Ως τέτοια νοείται η βλάβη την οποία υπέστη κάποιος στα έννομα αγαθά του και ειδικότερα, η διαφορά της αξίας της ενεστώσας περιουσίας του ζημιωθέντος και αυτής που θα είχε αν δεν είχε μεσολαβήσει το ζημιογόνο γεγονός (θεωρία της διαφοράς). Γίνεται δεκτό ότι για τον υπολογισμό της αξίας της περιουσίας δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο η αντικειμενική της αποτίμηση αλλά και η αξία που αυτή έχει σε σχέση με ορισμένο πρόσωπο. Σε αυτό συνηγορεί και η διατύπωση της ΑΚ 298 που κάνει λόγο όχι για μείωση της αξίας μεμονωμένου θιγέντος αγαθού αλλά για μείωση της περιουσίας του δανειστή. Αναφέρεται δηλαδή στο σύνολο των επιβλαβών επιπτώσεων της ζημιογόνου συμπεριφοράς στα έννομα αγαθά του προσώπου.
Από την έννοια λοιπόν της ζημίας αλλά και από το πνεύμα και τον σκοπό του δικαίου της αποζημίωσης, προκύπτει ότι ο ζημιωθείς δικαιούται να απαιτήσει πλήρη αποζημίωση κι επομένως  ο υπολογισμός της αποκαταστατέας ζημίας γίνεται κατ΄ αρχήν συγκεκριμένα. Λαμβάνεται δηλαδή υπόψη όχι μόνο η αξία του καταστραφέντος αγαθού ή της αδυναμίας παροχής αλλά και κάθε άλλη περίσταση σχετική προς τον ζημιωθέντα, εξαιτίας της οποίας η ζημία παρίσταται αυξημένη. Και αντιστρόφως όμως, είναι δυνατόν λαμβάνοντας υπόψη τις ατομικές περιστάσεις του ζημιωθέντος η ζημία να είναι κατώτερη της αξίας του βλαβέντος αγαθού.
Αποκαθίσταται συνεπώς η ζημία που πράγματι υπέστη ο ζημιωθείς αδιάφορα αν αυτή θα ήταν η ζημία που θα είχε υποστεί ο μέσος κοινωνός. Εξαιρέσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση (αποζημίωση μεγαλύτερη από την πραγματική ζημία), πέρα από το ενδεχόμενο να προκύψει τέτοια περίπτωση επί αφηρημένου υπολογισμού της ζημίας, δεν θα ήταν σύμφωνες με τον αποκαταστατικό σκοπό της αποζημίωσης. Θα ενείχαν τον χαρακτήρα ποινής.
Με βάση τα ανωτέρω, το πρόβλημα εντοπίζεται όχι τόσο στον προσδιορισμό της έννοιας της ζημίας όσο της έκτασης της αποκαταστατέας ζημίας. Άλλο η ζημία ως λογιστικό μέγεθος και άλλο αυτή που πρέπει να αποκατασταθεί. Ο κανόνας είναι η αποκατάσταση όλης της επελθούσας ζημίας, ο συγκεκριμένος δηλαδή υπολογισμός της ζημίας. Κατ’ εξαίρεση μόνο επιτρέπεται ο αφηρημένος υπολογισμός της εφόσον βέβαια υπάρχει διάταξη νόμου που να αφίσταται από την ΑΚ 298.

Παραδείγματα εφαρμογής του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας από τα ελληνικά δικαστήρια

  Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η νομολογία μας δεν έχει ασχοληθεί με τη διάκριση μεταξύ συγκεκριμένου και αφηρημένου υπολογισμού, αφού όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά κανόνα ακολουθείται ο συγκεκριμένος υπολογισμός και μόνο κατ' εξαίρεση, όπου ο νομοθέτης το έχει κρίνει απαραίτητο, έχει καθιερώσει τον αφηρημένο υπολογισμό της ζημίας. Για το λόγο αυτό θα αναφερθούμε σε παραδείγματα της νομολογίας μας που παρουσιάζουν ένα γενικότερο ενδιαφέρον σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα.

Προσδιορισμός της αποκαταστατέας ζημίας όταν το βλαβέν αντικείμενο είναι πολυτελές

Το Εφετείο Πειραιά (Ναυτικό Τμήμα) στην υπ’ αριθμόν  3/2008 απόφασή του ασχολήθηκε με το ζήτημα της αποκατάστασης της ζημίας που προέκυψε από σύγκρουση θαλαμηγών με υπαιτιότητα της εναγομένης. Με την αγωγή της η ενάγουσα ζήτησε να αποκατασταθεί η ζημία της, η οποία συνίσταται στις απαιτούμενες δαπάνες προκειμένου επισκευαστεί πλήρως η θαλαμηγός της. Η θαλαμηγός της, η οποία αποτελεί ένα από τα πιο πολυτελή σκάφη αναψυχής στη Μεσόγειο, εναυπηγήθη στην Ολλανδία από διεθνούς φήμης ναυπηγείο σκαφών αναψυχής. Η ενάγουσα επέλεξε ως καταλληλότερο, κατά την κρίση της, συνεργείο για την επισκευή του βλαβέντος τμήματος της θαλαμηγού, το ειδικό συνεργείο τεχνιτών του Ολλανδικού ναυπηγείου, το οποίο την κατασκεύασε και προέβαινε στην συντήρησή της. Αυτό είχε φυσικά ως αποτέλεσμα να αυξηθεί το κόστος αφού τα μέλη του συνεργείου αυτού έχουν υψηλές αμοιβές και έπρεπε να έρθουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα.
Ο συλλογισμός που ακολούθησε το Εφετείο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση «στο δίκαιο της αποζημίωσης επικρατεί, κατά βάση η αρχή της ατομικότητας του δικαιούχου της αποζημίωσης υπό την έννοια ότι εκτιμώνται οι συγκεκριμένες συνθήκες του δικαιούχου της αποζημίωσης. Έτσι είναι δυνατόν σε μία περίπτωση το βλαβέν πράγμα να είναι ιδιαιτέρως πολυτελές, ενώ σε άλλη περίπτωση πεπαλαιωμένο και φτηνό. Η αποζημίωση προσδιορίζεται βάσει της συγκεκριμένης ζημίας όσο μεγάλης αξίας και αν είναι αυτή. Ο υπόχρεος σε αποζημίωση δεν δικαιούται να απαιτήσει να αντιμετωπιστεί σαν να είχε βλάψει ένα μέσης κατηγορίας αντικείμενο. Στο νομιμοποιούμενο για την αποκατάσταση των βλαβών πρόσωπο επαφίεται η ευχέρεια επιλογής του, κατά την κρίση του, κατάλληλου συνεργείου. Άρα ο ζημιωθείς δικαιούται να επιλέξει το συνεργείο της αρεσκείας του και να αναθέσει την αποκατάσταση εργασιών επισκευής σε συνεργείο εξουσιοδοτημένο για την εκτέλεση τέτοιων εργασιών, ακόμα και αν αυτό είναι ακριβότερο από τα άλλα ή βρίσκεται σε διαφορετική πόλη από αυτή στην οποία διαμένει αυτός. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η αποκατάσταση των ζημιών μπορεί να γίνει και σε συνεργείο της αλλοδαπής, όταν αυτό δικαιολογείται από τον τύπο του βλαβέντος πράγματος. Έτσι, η από τον ζημιωθέντα προτίμηση τοιούτου εξουσιοδοτημένου συνεργείου, δεν μπορεί να θεμελιώσει ούτε ένσταση συντρέχοντος πταίσματος κατά ΑΚ 300 ούτε ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους του ζημιωθέντος. Ο υπόχρεος σε αποζημίωση υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία, έστω και αν αυτή πραγματοποιούμενη τυχόν στην Ελλάδα θα κόστιζε λιγότερο. Η ευχέρεια αυτή του ζημιωθέντος δεν αποτελεί κατάχρηση του δικαιώματος προς αποζημίωσή του, εφόσον αυτή πρέπει κατ΄ αρχάς να του καλύπτει όλη την ζημία».
Το εφετείο εφαρμόζει εν προκειμένω τον συγκεκριμένο υπολογισμό της ζημίας και αναφέρει μάλιστα ότι ο υπόχρεος σε αποζημίωση δεν δικαιούται να απαιτήσει να αντιμετωπιστεί σαν να είχε βλάψει ένα μέσης κατηγορίας αντικείμενο. Πράγματι θα ήταν άδικο για τον ζημιωθέντα- κύριο του πολυτελούς βλαβέντος αντικειμένου, αν η αποζημίωση που θα δικαιούτο περιοριζόταν σε αυτήν που θα οφειλόταν στη βλάβη ενός μέσης κατηγορίας αντικειμένου. Ειδικά δε στην περίπτωση που το βλαβέν αντικείμενο είναι κατασκευασμένο με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές, δεν θα ήταν εύλογο να ζητηθεί από τον ζημιωθέντα να επιλέξει για την επισκευή του ένα μέσο συνεργείο, το οποίο ενδέχεται να μην έχει την τεχνογνωσία και τα αναγκαία για την επισκευή του μέσα. Ορθώς λοιπόν το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο ζημιωθείς μπορεί να επιλέξει το συνεργείο της αρεσκείας του ακόμα και αν αυτό είναι πιο ακριβό από άλλα. Ενόψει των ανωτέρω, η επιλογή του αυτή και η κατ' επέκταση αύξηση των δαπανών για αποκατάσταση των ζημιών κρίθηκε δικαιολογημένη και η καταβληθείσα δαπάνη εύλογη, αφού εμπίπτουν στην έννοια της αποκαταστατέας ζημίας όπως αυτή προσδιορίζεται με τον συγκεκριμένο υπολογισμό. Αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος που ο ζημιώσας δεν δικαιούται με ένστασή του να ζητήσει τον περιορισμό της αποζημίωσης του ζημιωθέντος (ΑΚ 300- συντρέχον πταίσμα και  ΑΚ 288) .


Προσδιορισμός της αποκαταστατέας ζημίας όταν οι δαπάνες επισκευής του βλαβέντος αντικειμένου υπερβαίνουν την εμπορική αξία που είχε πριν από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, σκοπός του δικαίου της αποζημίωσης είναι η αποκατάσταση της πραγματικής περιουσιακής ζημίας του συγκεκριμένου δανειστή, η παροχή  αντισταθμίσματος, εξισορροπητικού της ζημίας και όχι ο πλουτισμός του ζημιωθέντος. Για το λόγο αυτό πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή η εκτίμηση των ειδικών συνθηκών που συμβάλλουν στην αναγνώριση μεγαλύτερης ζημίας, ώστε να μην οδηγηθούμε σε ανεπιεική αποτελέσματα. Δεν θα ήταν για παράδειγμα εύλογο, αν γινόταν δεκτό ότι οι δαπάνες στις οποίες προέβη ο ζημιωθείς προκειμένου να επισκευάσει τη βλάβη που προκλήθηκε στο αυτοκίνητό του με υπαιτιότητα του εναγομένου, εμπίπτουν στην έννοια της αποκαταστατέας ζημίας, όταν αυτές  υπερβαίνουν την εμπορική αξία του αντικειμένου πριν την σύγκρουση.
Σκοπός του νομοθέτη με την εφαρμογή του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας, είναι στην πραγματικότητα η αποκατάσταση του ζημιωθέντος στην προηγούμενη του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση. Σε διαφορετική περίπτωση ο ζημιωθείς, “εκμεταλλευόμενος” την κατάσταση, θα αποκόμιζε παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος του ζημιώσαντος, παραβιάζοντας παράλληλα το καθήκον του για περιορισμό της ζημίας του.

Προσδιορισμός της αποκαταστατέας ζημίας στην περίπτωση της ΑΚ 928

Σύμφωνα με την ΑΚ 928 εδ. β,  σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να αποζημιώσει εκείνον που κατά νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή ή παροχή υπηρεσιών. Πώς όμως θα προσδιοριστεί η έκταση της αποζημίωσης; Και σε αυτή την περίπτωση, τα δικαστήρια ακολουθούν τον συγκεκριμένο υπολογισμό της ζημίας, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι σε περίπτωση θανάτωσης συζύγου, η ύπαρξη και το μέγεθος της ζημίας που μπορεί να ζητηθεί και να επιδικαστεί από το δικαστήριο ως αποζημίωση σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τις δυνάμεις και το συσχετισμό δυνάμεων των συζύγων, από το οποίο θα προκύπτει η υποχρέωση, το είδος και το μέγεθος συνεισφοράς του θανόντος συζύγου με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, βάσει των στοιχείων που εκτίθενται από τους διαδίκους και αποδεικνύονται. Συχνά χρησιμεύουν ως κριτήρια για την χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών, η ηλικία του θανατωθέντος, αν εργαζόταν ή όχι, καθώς επίσης και οι συνθήκες της οικογενειακής ζωής των συζύγων. Είναι λοιπόν προφανές ότι δεν θα είναι ίδιο το ύψος της αποζημίωσης που οφείλεται λόγω θανάτωσης προσώπου στην περίπτωση που οι αποδοχές του θανόντος συζύγου από την εργασία του ήταν υψηλότερες από του ζώντος, αν λόγω της μεγάλης του ηλικίας ο θανών σύζυγος δεν θα συνεισέφερε με πιθανότητα και σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμη για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ή αν λόγω αναπηρίας αδυνατούσε να συνεισφέρει με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών.
Για τον υπολογισμό δε του ποσού της διατροφής που δικαιούται ο επιζών σύζυγος, έχει παγιωθεί νομολογιακά ότι δεν απαιτείται η εφαρμογή συγκεκριμένου μαθηματικού υπολογισμού και η παράθεση μαθηματικών πράξεων, αλλά το δικαστήριο καθορίζει το ποσό αυτό με βάση τις δυνάμεις των συζύγων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτίμηση των εισφερόμενων προσωπικών υπηρεσιών. Ειδικότερα έχει κριθεί ότι δεν ανταποκρίνεται στον σκοπό της  ισότιμης συμβολής των συζύγων η μαθηματική μέθοδος, κατά την οποία το ποσό της διατροφής που δικαιούται ο επιζών σύζυγος είναι ίσο με τη διαφορά που προκύπτει, αν από το ποσό κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος μετέχει στην κάλυψη των αναγκών του δικαιούχου, αφαιρεθεί το ποσό κατά το οποίο ο δικαιούχος μετέχει στην κάλυψη των αναγκών του υποχρέου. Και τούτο γιατί οδηγεί σε άδικα αποτελέσματα σε βάρος του ενός από τους δύο συζύγους.

Κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της ζημίας

Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο, η αξία του προσβληθέντος αγαθού κατά τον χρόνο επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος να διαφέρει από την αξία του κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα, ποιο είναι το κρίσιμο χρονικά σημείο για τον για τον υπολογισμό της ζημίας. Κατά την κρατούσα άποψη στη θεωρία και τη νομολογία, ως βάση για τον συγκεκριμένο υπολογισμό της ζημίας λαμβάνεται κατ' αρχήν ο χρόνος καταψήφισης ο οποίος κατά τους δικονομικούς κανόνες νοείται ο χρόνος της πρώτης συζήτησης στον πρώτο βαθμό.
Σε ορισμένες περιπτώσεις δε, η αξία του αντικειμένου κατά τον χρόνο συζήτησης είναι υψηλότερη από την αξία του όταν αγοράστηκε. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε ανατιμήσεις των καταναλωτικών αγαθών λόγω πληθωρισμού ή στη γενικότερη κατάσταση της αγοράς. Στην περίπτωση λοιπόν ολοσχερούς καταστροφής αυτοκινήτου λόγω σύγκρουσης, του οποίου η αξία δεν υπερέβαινε τις 300.000 δρχ κατά τον χρόνο που αγοράστηκε ενώ κατά τον χρόνο της συζήτησης ανερχόταν στις 350.000 δρχ (αφού η αξία αυτού, καινούριου, ανήρχετο πλέον στο ποσό των 552.000 δρχ), κρίθηκε νομολογιακά11 ότι η ζημία του ζημιωθέντος συνίσταται στην αξία αυτού κατά τον χρόνο συζήτησης. Γίνεται λοιπόν δεκτό ότι επί καταστροφής πράγματος, η θετική ζημία και το διαφέρον που αντιστοιχεί σε αυτήν είναι υπολογιστέα με βάση το πράγμα, στην κατάσταση που βρισκόταν κατά τον χρόνο καταστροφής, με βάση δηλαδή την αξία που αυτό είχε ως μεταχειρισμένο και όχι ανάλογα με τη δαπάνη που απαιτείται για την απόκτηση ενός τέτοιου καινούριου πράγματος, γιατί αλλιώς ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε ωφέλεια, πράγμα το οποίο θα ήταν αντίθετο προς την έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα αυτό γενική αρχή της αποκατάστασης του δανειστή στην προηγούμενη του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση. Σε περίπτωση δε μερικής καταστροφής ή βλάβης πράγματος, όταν προκληθούν φθορές που μπορούν να αποκατασταθούν και δεν αίρουν τη χρησιμότητα αυτού, η θετική ζημία συνίσταται στο ποσό των δαπανών που απαιτούνται για την αποκατάσταση των βλαβών και την επαναφορά του βλαβέντος πράγματος σε παρόμοια κατάσταση κατά τον χρόνο προσδιορισμού της αποζημίωσης, δηλαδή το χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Γίνεται επίσης δεκτό ότι εάν η ζημία συνίσταται σε απώλεια ξένων νομισμάτων θα ληφθεί υπόψη για το συγκεκριμένο καθορισμό της ζημίας, το ποσό του ξένου νομίσματος, που απωλέστηκε, μόνο όμως προκειμένου να υπολογισθεί η ποσότητα ευρώ η οποία παριστά τη ζημία. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει η ποσότητα αλλοδαπών νομισμάτων που απωλέστηκε, να υπολογιστεί σε ευρώ με βάση την ισοτιμία του χρόνου της απώλειας. Διάφορη εκδοχή, ότι θα ληφθεί υπόψη η ισοτιμία της ημέρας της καταψήφισης ή της εξόφλησης, είναι ασυμβίβαστη με τον εξαρχής καθορισμό της ζημίας σε ευρώ, αλλά επιπλέον θα κατέληγε σε άτοπο να τελούν υπό τιμαριθμική ρήτρα ξένου νομίσματος οι οφειλές αποζημίωσης από την μη προσήκουσα εκτέλεση της συμβάσεως, όταν ο δικαιούχος είναι αλλοδαπός ή κατοικεί στην αλλοδαπή ή συνέβη στην αλλοδαπή η απώλεια των χρημάτων, ενώ τέτοια ειδική μεταχείριση εξ αιτίας των συγκυριακών αυτών περιστάσεων, δεν δικαιολογείται.


Εξαιρέσεις από τον συγκεκριμένο υπολογισμό ζημίας

Στον κανόνα του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας ο νομοθέτης καθιερώνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, εξαιρέσεις, στις οποίες ορίζει την αποκαταστατέα ζημία ή το κατώτατο ή ανώτατο όριο της με γενικά κριτήρια, ανεξάρτητα από την πραγματική της έκταση στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στις περιπτώσεις αυτές ο υπολογισμός της ζημίας γίνεται αφηρημένα, δηλαδή αποβλέπουμε σε κάποια αντικειμενικά, γενικής φύσης στοιχεία και αγνοούμε τις ιδιαίτερες υποκειμενικές συνθήκες, υπό τις οποίες βρέθηκε ο ζημιωθείς και οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν περαιτέρω το ποσό της αποζημίωσης.

Παραδείγματα αφηρημένου υπολογισμού  της ζημίας στον ΑΚ:

- η ΑΚ 345 εδ. 1 προβλέπει ότι η υπαίτια καθυστέρηση (υπερημερία) καταβολής χρηματικού χρέους έχει ως συνέπεια την απαίτηση του δανειστή να ζητήσει για την καθυστέρηση τόκους υπερημερίας που ορίζονται από το νόμο ή με δικαιοπραξία, έστω κι αν δεν αποδεικνύει ζημία. Η διάταξη λοιπόν αυτή, καθορίζει κατά τρόπο ορισμένο το περιεχόμενο της αποζημίωσης. Αυτή περιορίζεται μόνο στους από τον νόμο ή με δικαιοπραξία οριζόμενους τόκους υπερημερίας. Εικάζεται μάλιστα κατά αμάχητο τεκμήριο ότι η ζημία του δανειστή επί υπερημερίας χρηματικής οφειλής είναι ο τόκος επειδή το χρήμα συνήθως τοκίζεται. Συγχρόνως ο δανειστής απαλλάσσεται από την υποχρέωση αποδείξεως της ύπαρξης και της έκτασης της ζημίας π.χ. το γεγονός ότι θα τόκιζε τα χρήματα που θα εισέπραττε ή όχι, ενώ ο οφειλέτης στερείται το δικαίωμα ανταποδείξεως π.χ. ότι ο δανειστής δεν θα εκμεταλλευόταν το κεφάλαιό του ή ότι θα το τόκιζε με μικρότερο ποσοστό τόκου. Η αποζημίωση λοιπόν υπολογίζεται αφηρημένα στο ύψος των τόκων υπερημερίας.
- η ΑΚ 345 εδ. 2 προβλέπει για την ίδια περίπτωση δικαίωμα του δανειστή να απαιτήσει αποκατάσταση και άλλης, πέρα από τους τόκους υπερημερίας, ζημίας αλλά μόνο θετικής, η οποία υπολογίζεται συγκεκριμένα, αποκόπτοντας τη δυνατότητα απαίτησης διαφυγόντος κέρδους. Αυτό εξυπηρετεί την ανάγκη περιορισμού της αξίωσης σε λογικά όρια. Εν προκειμένω, ο αφηρημένος υπολογισμός δεν αποκλείει τον κανόνα του συγκεκριμένου αλλά περιορίζει την έκταση εφαρμογής του μόνο στη θετική ζημία. Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι οι τόκοι υπερημερίας του εδαφίου 1 κατά κάποιο τρόπο υποκαθιστούν το διαφυγόν κέρδος του δανειστή, γιατί πράγματι διαφυγόν κέρδος για τον επιμελή δανειστή είναι ο τόκος που θα κέρδιζε από την τοποθέτηση των χρημάτων του αν τα εισέπραττε έγκαιρα. Ο νομοθέτης λοιπόν προέβλεψε ο δανειστής να μην μπορεί να αποδείξει και να διεκδικήσει διαφυγόν κέρδος αποκλείοντας με αυτό τον τρόπο τη δυνατότητα του δανειστή να απαιτήσει μεγαλύτερο κέρδος γιατί για παράδειγμα, θα επένδυε τα χρήματά του στο χρηματιστήριο. Η μόνη δυνατότητα που του παρέχεται είναι να ζητήσει τόκους υπερημερίας.

- η ΑΚ 808 εισάγει εξαίρεση από την προαναφερθείσα διάταξη (ΑΚ 345 εδ.2) καθώς αποκόπτει στην αντίστοιχη περίπτωση επί δανείου, τη δυνατότητα απαίτησης τόσο διαφυγόντος κέρδους όσο και θετικής ζημίας. Ο δανειστής λοιπόν περιορίζεται στους τόκους υπερημερίας ανεξάρτητα από το εάν το δάνειο είναι έντοκο ή άτοκο και αν από την υπερημερία επήλθε σ' αυτόν ζημία ή όχι. Οι τόκοι υπερημερίας επέχουν στην περίπτωση αυτή θέση αποζημίωσης αφηρημένα υπολογιζόμενης.

-η ΑΚ 405 αφορά την ποινική ρήτρα με την οποία οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν να επιβληθεί στον οφειλέτη της κύριας παροχής μία ποινή σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης αυτής. Έχει χαρακτήρα ιδιωτικής αστικής ποινής, η οποία καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία, ανεξάρτητα με το εάν ο δικαιούχος υπέστη ή όχι ζημία. Πρόκειται συνεπώς για αξίωση αφηρημένης ζημίας συμβατικά καθορισμένης.

-η ΑΚ 402 ρυθμίζει τον αρραβώνα που, όπως και η ποινική ρήτρα, δίνεται προς εξασφάλιση εκτέλεσης της κύριας σύμβασης. Το διδόμενο αντικείμενο χρησιμεύει προς κάλυψη της ζημίας από μη εκτέλεση σύμβασης. Με την κατάπτωση του καλύπτεται η ζημία από τη μη εκπλήρωση της παροχής και ο ζημιωθείς απαλλάσσεται από το βάρος απόδειξης της ζημίας και του ύψους της ενώ ο οφειλέτης δεν μπορεί να ανταποδείξει ότι δεν επήλθε ζημία. Αποτελεί ουσιαστικά αφηρημένο τρόπο υπολογισμού ζημίας, συμβατικά προσδιορισμένης.

- σύμφωνα με την ΑΚ 601, ο εκμισθωτής δικαιούται να αξιώσει το συμφωνημένο μίσθωμα για όσο χρόνο παρακρατεί ο μισθωτής το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει ζημία, ανεξάρτητα συνεπώς από το αν είχε τη δυνατότητα χρήσης του μισθίου κατά το χρόνο καθυστέρησης της απόδοσής του. Ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει και κάθε άλλη περαιτέρω αποδεικνυόμενη ζημία του, όπως για παράδειγμα, το επιπλέον ποσό που θα πετύχαινε ως μίσθωμα από τρίτο αν το μίσθιο του παρεδίδετο εγκαίρως και δη άμα τη λήξει του χρόνου μίσθωσης. Η διάταξη αυτή δεν έχει τεθεί μόνο προς το συμφέρον του εκμισθωτή, ο οποίος δεν υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία του, αλλά και του μισθωτή καθώς με την καθιέρωση του συμφωνημένου μισθώματος ως  minimum της οφειλόμενης αποζημίωσης, αποτρέπεται το ενδεχόμενο ο εκμισθωτής να αμφισβητήσει την έκταση της ζημίας.
Κρίσιμο εν προκειμένω είναι αν η αποζημίωση θα υπολογισθεί με βάση το μίσθωμα που είχε συμφωνηθεί κατά την έναρξη της μίσθωσης με σταδιακή αναπροσαρμογή. Ορθότερο θα ήταν να δεχτούμε ότι αν κατά τον χρόνο της παρακρατήσεως θα αυξανόταν το μίσθωμα σε περίπτωση λειτουργίας της μισθώσεως, λόγω συμβατικής ρήτρας αναπροσαρμογής ή αναπροσαρμογής διά διατάξεως του νόμου, η κατ' αποκοπή αποζημίωση θα υπολογισθεί επί τη βάσει του αυξημένου μισθώματος. Η αποζημίωση δε αυτή, αν και κατ' αποκοπή, έχει χαρακτήρα γνήσιας αποζημιώσεως και όχι μισθώματος.

-στην ΑΚ 834 προβλέπεται η ευθύνη των ξενοδόχων για κάθε βλάβη, καταστροφή ή αφαίρεση των πραγμάτων που έφεραν οι πελάτες στο ξενοδοχείο. Αποκαθίσταται μόνο η θετική ζημία και μάλιστα μόνο αυτή που αντιστοιχεί στην αξία του πράγματος. Έχουμε λοιπόν και σε αυτή την περίπτωση, αφηρημένο υπολογισμό της ζημίας.
Στην ΑΚ 835 ωστόσο, για λόγους επιείκειας προς τον ξενοδόχο, κρίθηκε αναγκαίος ο περιορισμός ευθύνης του σε ένα ορισμένο χρηματικό ποσό. Ο δικαιούχος έτσι στο πλαίσιο του αφηρημένου υπολογισμού της ΑΚ 834 υφίσταται έναν ακόμα περιορισμό κατά την επιδίωξη της τυχόν μεγαλύτερης πραγματικής θετικής του ζημίας.

Εκτός από τον Αστικό Κώδικά, αποκατάσταση αφηρημένης ζημίας προβλέπεται και σε άλλα νομοθετήματα. Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής:
-άρθρο 140 ΚΙΝΔ που ορίζει ότι ο εκναυλωτής υποχρεούται σε αποκατάσταση της διαφοράς μεταξύ της τιμής πώλησης των πραγμάτων που φορτώθηκαν και της τιμής στην οποία θα επωλούντο αυτά άνευ της βλάβης, στον τόπο προορισμού κατά τον χρόνο εκφόρτωσης.
-άρθρο 50 ΒΔ 24.7/25.8.1920 για τον υπολογισμό της έκτασης της αποζημίωσης στα εργατικά ατυχήματα
-άρθρο 3 Ν. 2112/1920 το οποίο καθορίζει με γενικά κριτήρια το ποσό της αποζημίωσης που οφείλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
- άρθρα 3, 69 εδ. 4 επ, 30, 33§5, 36 του Ν. 6298/34 περί κοινών ασφαλίσεων
- άρθρο 32 του Ν. 4581/1930 στο οποίο προβλέπεται κατ' αποκοπή αποζημίωση εκ μέρους των ταχυδρομικών επιχειρήσεων σε περίπτωση απώλειας ταχυδρομικού αντικειμένου ή συστημένης επιστολής.
-ευθύνη σιδηροδρόμων εκ συμβάσεως μεταφοράς, αεροπορικές μεταφορές Ν. 5017/1931 άρθρο 7, 35, 38 σε συνδυασμό με αρ. 17 Σύμβασης Βαρσοβίας του 1930, θαλάσσιες μεταφορές
-άρθρα 201, 208 σε συνδυασμό με 197§ του ΕμπΝ για τις ασφαλιστικές σύμβασειςσυμβάσεις,
- άρθρα 48, 49, 77 του Ν. 5325/1932 σχετικά με την αναγωγή επί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν και άρθρο 45, 46  του Ν. 5960/1933 επί επιταγής,
- άρθρα 278§3 και 279 ΕμπΝ για την ευθύνη πλοιοκτήτη,
-άρθρο μόνο &4 Ν. 2243/199426 που ορίζει ελάχιστα όρια χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από δημοσίευμα που προσβάλλει την τιμή ή υπόληψη προσώπου,
- αρ. 13 Ν.Δ 797/197 που ορίζει ότι η ευθύνη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης καθορίζεται σύμφωνα με την αξία του ακινήτου.

Παρατηρήσεις σχετικά με τον αφηρημένο υπολογισμό της ζημίας

Όπως προκύπτει από την ανωτέρω ενδεικτική παράθεση περιπτώσεων αφηρημένης ζημίας, έχουμε περιπτώσεις που ο νομοθέτης προβλέπει την κατ' αποκοπήν αποζημίωση ως maximum αποζημίωση (ΑΚ 808) ή ως minimum αποζημίωση (ΑΚ 601) 28. Σε κάποιες περιπτώσεις δε ο δανειστής δικαιούται να επικαλεστεί και να αποδείξει απεριόριστα μεγαλύτερη ζημία (ΑΚ 601) ενώ σε άλλες δικαιούται να αποδείξει μόνο πρόσθετη θετική ζημία (ΑΚ 345 εδ. 2).
Ο σκοπός των εξαιρέσεων αυτών από τον κανόνα του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας είναι, συνήθως να περιοριστεί η ευθύνη του οφειλέτη σε λογικά όρια και αντίστοιχα να αποκοπεί η δυνατότητα του δανειστή να επικαλείται οποιαδήποτε ζημία, θετική ή αποθετική, ακόμη και αυτή που έμμεσα προκύπτει από το ζημιογόνο γεγονός, δυνατότητα που δημιουργεί τον κίνδυνο να χαθούν ή να διευρυνθούν υπέρμετρα τα όρια της ευθύνης του οφειλέτη. Επίσης με την καθιέρωση του αφηρημένου υπολογισμού της ζημίας ο δανειστής αποφεύγει δυσχέρειες αναφορικά με την απόδειξη της ζημίας και του ύψους αυτής. Απαλλάσσεται λοιπόν ο ζημιωθείς από το βάρος απόδειξης της ζημίας του, η οποία υπολογίζεται εκ των προτέρων από το νομοθέτη με γενικούς και αφηρημένους κανόνες και πάντως χωρίς να συνεκτιμηθεί το σύνολο των ιδιαίτερων σχέσεων του ζημιωθέντα προς το βλαβέν περιουσιακό αγαθό. Επιτυγχάνεται έτσι η αποτελεσματικότερη προστασία του καθώς ενδέχεται σε πολλές περιπτώσεις να μην είναι δυνατός ο προσδιορισμός της έκτασης της ζημίας του. Το πρόβλημα αυτό καθίσταται πιο έντονο όταν ζητάει την αποκατάσταση του διαφυγόντος κέρδους του καθώς το ακριβές του ύψος δεν μπορεί να προβλεφθεί με ασφάλεια εκ των προτέρων αφού πολλές φορές επηρεάζεται από αστάθμητους παράγοντες. Η προστασία του λοιπόν διευρύνεται και μάλιστα όχι μόνο ως προς την απόδειξη, αφού η συγκεκριμένη ζημία του μπορεί να είναι μικρότερη ή και να μην υπάρχει ζημία. Επιπλέον, δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη για το ύψος της ζημίας στις περιπτώσεις που προβλέπεται αφηρημένος υπολογισμός της. Αν επιτρεπόταν και στο μέτρο που θα γινόταν αυτό, δεν θα είχαμε στην πραγματικότητα αποκατάσταση αφηρημένης ζημίας, αλλά νόμιμο τεκμήριο και μάλιστα μαχητό για την προκληθείσα ζημία. Έτσι ούτε ο οφειλέτης μπορεί να φέρει ως ανταπόδειξη ότι η πραγματική ζημία ήταν μικρότερη ή και ότι δεν προκλήθηκε καθόλου ζημία (προστατευτικός για τον δανειστή σκοπός του αφηρημένου υπολογισμού της ζημίας), αλλά ούτε και ο δανειστής, ότι υπέστη στη συγκεκριμένη περίπτωση μεγαλύτερη ζημία (σκοπός περιορισμού της αξίωσης για χάρη του οφειλέτη).
 

Από διαθέσεως αξία (pretium affectionis)

Η από διαθέσεως αξία αποτελεί είδος συγκεκριμένης αλλά όχι περιουσιακής ζημίας. Έτσι καλείται η συναισθηματική αξία που έχει για τον συγκεκριμένο ζημιωθέντα ένα αγαθό του που προσβλήθηκε. Η συναισθηματική αυτή αξία δεν καλύπτεται από την αγοραία αξία του αντικειμένου, δηλαδή την αφηρημένη ζημία. Εφόσον κατά κανόνα ικανοποιείται μόνο η περιουσιακή ζημία, η από διαθέσεως αξία δεν λαμβάνεται υπόψη. Μόνο όταν ικανοποιείται η ηθική βλάβη, η οποία πάλι θα εκτιμηθεί ως συγκεκριμένη και όχι ως αφηρημένη ζημία,  θα μπορεί να ζητηθεί ικανοποίηση και για την από διαθέσεως αξία, εφόσον αυτή είτε συνιστά μόνη της ηθική βλάβη, είτε επιτείνει την ηθική βλάβη που προκάλεσε η προσβολή άλλου αγαθού.
Από τις λίγες αποφάσεις που αναφέρονται ρητώς στην από διαθέσεως αξία είναι η ΑΠ 893/2009 ΣΤ Ποινικό Τμήμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στελέχη και υπάλληλοι της εγκαλούσας ΑΕ, της οποίας σκοπός εκτός των άλλων είναι ο σχεδιασμός, εκπόνηση και εξυπηρέτηση ασφαλιστικών προγραμμάτων υγειονομικών υπηρεσιών, δημιούργησαν έναν Υγειονομικό Χάρτη της Ελλάδος, ο οποίος αποτελούσε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα και περιουσιακό στοιχείο της εταιρίας. Η εταιρία είχε καθοδική οικονομική πορεία που όπως αποδείχθηκε οφειλόταν σε κακή διαχείριση από την κατηγορούμενη- πρόεδρο αυτής,  η οποία μεθοδευμένα οδήγησε την εταιρία σε πτώχευση για να επωφεληθεί η ίδια ατομικά από την χρησιμοποίηση του Υγειονομικού Χάρτη. Η λογιστική αξία αυτού υπολογίζεται από την εγκαλούσα εταιρία στο ποσό των 60 εκατομμυρίων δρχ. Το Δικαστήριο όμως έκρινε ότι το ποσό αυτό είναι υπερβολικό και αντιπροσωπεύει στην πραγματικότητα την από διαθέσεως αξία, τη συναισθηματική δηλαδή αξία που είχε το εν λόγω πνευματικό δημιούργημα για την εταιρία. Για το λόγο αυτό δεν το έλαβε υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της υπεξαίρεσης.

 

Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. All rights reserved.

Απαγορεύεται η αντιγραφή, αποθήκευση και διανομή της παρούσας εργασίας (Τμήμα Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών), εξ ολοκλήρου ή τμήματος αυτής, για εμπορικό σκοπό. Επιτρέπεται η ανατύπωση, αποθήκευση και διανομή για σκοπό μη κερδοσκοπικό, εκπαιδευτικής ή ερευνητικής φύσης, υπό την προϋπόθεση να αναφέρεται η πηγή προέλευσης,το όνομα του συγγραφέα και να διατηρείται το παρόν μήνυμα.